Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Το 15,2% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής προέρχεται από πυρηνικά εργοστάσια

Το 15,2% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής προέρχεται από πυρηνικά εργοστάσια

Του ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ*

Η αναβίωση της συζήτησης για την αναγκαιότητα χρήσης της πυρηνικής ενέργειας συνδέεται άμεσα με μια σειρά δυσεπίλυτων παγκόσμιων προβλημάτων, με πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που απασχολούν διαρκώς την επικαιρότητα.

Ειδικότερα, οι αυξημένες ενεργειακές απαιτήσεις του σύγχρονου κόσμου, ιδιαίτερα δε των αναπτυσσόμενων χωρών, καθώς και η αναμφισβήτητη ανάγκη αντιμετώπισης των κλιματικών αλλαγών και προστασίας του περιβάλλοντος έχουν δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για τη δυναμική επανεμφάνιση της «πυρηνικής λύσης». Υπό αυτές τις συνθήκες, στους άξονες της σύγχρονης ενεργειακής πολιτικής, εκτός από την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την εξοικονόμηση ενέργειας, προστίθεται πλέον και η χρήση της πυρηνικής ενέργειας.

Κύριο επιχείρημα όσων υποστηρίζουν ότι η πυρηνική ενέργεια είναι η πλέον κατάλληλη επιλογή για την αντιμετώπιση των σύγχρονων ενεργειακών και περιβαλλοντικών προκλήσεων είναι το γεγονός πως οι πυρηνικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής αφ' ενός εξασφαλίζουν ενεργειακή ανεξαρτησία και αφ' ετέρου δεν επιβαρύνουν με ρύπους το περιβάλλον. Επιπλέον, η ανάπτυξη της πυρηνικής τεχνολογίας, όπως κάθε τεχνολογίας αιχμής, είναι προφανές ότι συνιστά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για κάθε κράτος.

Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς τις απόψεις που τάσσονται κατά της ανάπτυξης ενός πυρηνικού δικτύου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και το αίσθημα καχυποψίας που διακατέχει την κοινή γνώμη. Η κριτική προς την επιλογή της πυρηνικής ενέργειας εστιάζεται κυρίως στα θέματα της ασφάλειας και της διαχείρισης των ραδιενεργών καταλοίπων. Πράγματι, το ενδεχόμενο μεγάλου ατυχήματος σε ένα πυρηνικό εργοστάσιο δεν μπορεί να αποκλειστεί τελείως. Μετά το ατύχημα του Τσερνομπίλ, όμως, η ασφάλεια των αντιδραστήρων ισχύος έχει ενισχυθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα οι συνέπειες και οι πιθανότητες ατυχημάτων να έχουν ελαχιστοποιηθεί. Αναφορικά με τη διαχείριση των ραδιενεργών καταλοίπων, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί πως πρόκειται για ένα πρόβλημα υπαρκτό, το οποίο όμως δεν αντιμετωπίζεται στις πραγματικές του διαστάσεις. Σε αντίθεση με τα «κατάλοιπα» που εκλύουν ανεξέλεγκτα στην ατμόσφαιρα οι συμβατικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, η ασφαλής και σε βάθος χρόνου διαχείριση των ραδιενεργών καταλοίπων είναι δυνατό να επιτευχθεί. Γενικότερα, τα ζητήματα της ασφάλειας των αντιδραστήρων και της διαχείρισης των καταλοίπων θα ήταν ορθό να αντιμετωπίζονται με όρους πρωτίστως οικονομικούς, καθώς η αντιμετώπισή τους είναι τεχνικά εφικτή.

Από την ανάγνωση του παγκόσμιου πυρηνικού χάρτη προκύπτει ότι σ' όλο τον κόσμο λειτουργούν 439 πυρηνικά εργοστάσια, τα οποία εξασφαλίζουν το 15,2% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής. Υπό κατασκευή βρίσκονται αυτήν τη στιγμή 34 εργοστάσια, ενώ είναι γνωστό πως πολλές είναι οι χώρες -ανάμεσά τους χώρες γειτονικές στην Ελλάδα- που εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο αυτό.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε 15 από τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης λειτουργούν 152 πυρηνικά εργοστάσια, τα οποία καλύπτουν το 1/3 της ηλεκτροπαραγωγής και το 15% της πρωτογενούς ενέργειας. Επί του παρόντος, μόνο το 21% της παραγόμενης πρωτογενούς ενέργειας στην Ε.Ε. προέρχεται από τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Η πυρηνική ενέργεια με ποσοστό 15% έχει μακράν τη μεγαλύτερη συμμετοχή, ακολουθούμενη από τη βιομάζα με 4% και τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια με 1,5%. Η πυρηνική ενέργεια, δηλαδή, αποτελεί το 80% των καθαρών μορφών ενέργειας.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η Ευρωπαϊκή Ενωση το 2005 κατείχε την πρώτη θέση παγκοσμίως αναφορικά με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικά εργοστάσια. Εάν η Ε.Ε. επιθυμεί να διατηρήσει ή να ενισχύσει αυτό το προβάδισμα και τα συνακόλουθα πλεονεκτήματα, κρίσιμες αποφάσεις για την κατασκευή νέων πυρηνικών μονάδων οφείλουν να ληφθούν στο προσεχές διάστημα. Κι αυτό γιατί η μέση ηλικία των πυρηνικών σταθμών της είναι 25 έτη -με μέγιστο όριο περίπου τα 40 έτη και μέσο όρο κατασκευής νέου εργοστασίου τα 10 έτη- και ταυτόχρονα βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία παροπλισμού κάποιων εργοστασίων (Γερμανία). Ηδη η Φινλανδία, η Γαλλία και η Βουλγαρία έχουν αποφασίσει να κατασκευάσουν νέους πυρηνικούς σταθμούς, ενώ σε άλλες χώρες (Τσεχία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο) η σχετική συζήτηση έχει αναθερμανθεί.

Η πρόσφατη επικαιρότητα καταδεικνύει πως η ελληνική κοινή γνώμη δεν διάκειται θετικά προς οιαδήποτε πρωτοβουλία ανάπτυξης νέων εργοστασίων παραγωγής ενέργειας (ακόμη και από ανανεώσιμες πηγές), τη στιγμή που οι ενεργειακές απαιτήσεις συνεχώς αυξάνονται. Το ίδιο ισχύει και για τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας: είτε πρόκειται για σχέδια κατασκευής πυρηνικών σταθμών σε γειτονικές χώρες είτε για σκέψεις εγχώριας χρήσης, η αρνητική στάση των πολιτών δεν μπορεί παρά να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τη χάραξη ελληνικής πυρηνικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, το ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας μας δεν προβλέπει χρήση πυρηνικής ενέργειας, τουλάχιστον μέχρι το 2020. Προς το παρόν, η Ελλάδα παρακολουθεί τις σχετικές συζητήσεις, συμμετέχει στα διεθνή και ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά σε κάθε περίπτωση διαθέτει τη δυνατότητα προσαρμογής στις προκλήσεις και τις ευκαιρίες τής υπό διαμόρφωση «πυρηνικής εποχής».

* Καθηγητής Ανάλυσης Επικινδυνότητας Τεχνολογικών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου