Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Η δημογραφική πραγματικότητα στην Ελλάδα

Ρόντος Κωνσταντίνος
http://blogs.eliamep.gr

Η θετική εξέλιξη του πληθυσμού από πλευράς μεγέθους, αλλά και διαρθρωτικών χαρακτηριστικών, κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική καθώς κατά κανόνα συνδέεται με την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, ενώ η πληθυσμιακή στασιμότητα, ή ακόμη χειρότερα η μείωση αυτού, οδηγεί τελικά στο μαρασμό, στην κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση και μακροχρόνια υποσκάπτει ακόμη και αυτή την επιβίωση ενός λαού. Ο δημογραφικός παράγοντας είναι ιδιαίτερα σημαντικός για μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, με παράλληλα μεγάλη γεωγραφική διασπορά, κυρίως ως προς το νησιωτικό χώρο, μέρος του οποίου έχει και ακριτικό χαρακτήρα, γεγονός που επιβάλλει τη δημογραφική ευρωστία ως απολύτως απαραίτητη για την επιβίωσή του. Προκύπτει, επομένως, ότι η εξέλιξη του πληθυσμού δεν θα πρέπει να εξετάζεται μόνο στο σύνολο μιας χώρας, αλλά και στην περιφερειακή της διάσταση, ιδιαίτερα όταν υπάρχει η προοπτική της ερήμωσης νησιωτικών, αγροτικών ή μεθοριακών περιοχών.
Προσθέτουμε τέλος ότι ιστορικά, στη βάση της ανάπτυξης των κοινωνιών παρατηρείται δημογραφική ευρωστία, ενώ της κατάρρευσης αυτών συνήθως προϋπάρχει δημογραφική καχεξία, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την ακμή και την παρακμή της Κλασσικής Ελλάδας και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
2. Η εξέλιξη του πληθυσμού της Ελλάδος 1951-2011
Ο πληθυσμός της Ελλάδος, σύμφωνα με την τελευταία επίσημη απογραφή πληθυσμού του 2001, ανέρχεται σε 10,96 εκ. κατοίκους (Πίνακας 1). Στην περίοδο 1991-2001 σημειώνει μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής μόλις 0,66, %, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην σημαντικότατη εισροή ξένων μεταναστών, κατά κύριο λόγο (σε ποσοστό πάνω από 50 %), από την Αλβανία, τη Βουλγαρία και την Ρουμανία. Η ίδια απογραφή κατέγραψε 761,8 χιλ μετανάστες, μέγεθος που αποτελεί το 6,9 % του συνολικού πληθυσμού της Χώρας. Το μέγεθος αυτό, λόγω της αδυναμίας καταγραφής του συνόλου των μη νόμιμα παρευρισκόμενων στην Ελλάδα μεταναστών, θεωρείται ως υποεκτίμηση του συνόλου των ξένων μεταναστών κατά το έτος της απογραφής. Θα ήταν ρεαλιστικό να εκτιμήσουμε το πραγματικό μέγεθος στο 1 εκατ., οπότε οι ξένοι μετανάστες αποτελούσαν το 10 % περίπου του συνολικού πληθυσμού.
Πρόβλεψη που έγινε στα πλαίσια της παρούσας ανάλυσης για το έτος 2011, με υπόθεση τη διατήρηση του ίδιου, με την περίοδο 1991-2001, μέσου ετήσιου ρυθμού, δίνουν εκτίμηση πληθυσμού ίση με 11,7 εκατ (Πίνακας 1).. Πιο σύνθετες προβλέψεις (Ρόντος, υπό δημοσίευση) δίνουν εκτίμηση πληθυσμού 11,3 εκ. για το ίδιο έτος.
Από την επεξεργασία των απογραφικών δεδομένων (Πίνακας 2) παρατηρείται η έντονη αστικοποίηση που έλαβε χώρα στη μεταπολεμική Ελλάδα και συγκεκριμένα η τεράστια αύξηση της αναλογίας του αστικού πληθυσμού στο σύνολο αυτού. Το 1951, 38 στους 100 κατοίκους είναι εγκατεστημένοι στα αστικά κέντρα, ενώ σε 50 χρόνια, δηλαδή το 2001, η αναλογία αυτή προσέγγισε τους 75 στους 100 .
Η άνιση κατανομή και η χωρική υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού αντικατοπτρίζεται, επίσης, στο γεγονός ότι το 30% περίπου του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδος εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στην περιφέρεια της Πρωτεύουσας (Πίνακας 3). Η άνιση αυτή κατανομή του πληθυσμού υπέρ των αστικών περιοχών και η υπερσυγκέντρωση αυτού κυρίως στην πρωτεύουσα, αποτελεί και το βασικό περιφερειακό πρόβλημα της Χώρας καθώς έχει οδηγήσει στην πληθυσμιακή αποψίλωση και στη δημογραφική αποδόμηση ων αγροτικών, κυρίως, περιοχών.
3. Οι δημογραφικοί παράγοντες και η σημασία τους
Καθώς ο πληθυσμός μιας χώρας μεταβάλλεται μέσω της φυσικής κίνησης (Γεννήσεις-Θάνατοι) και της μεταναστευτικής κίνησης (Εισροή–Εκροή μεταναστών) αυτού, η υπογεννητικότητα σε συνδυασμό με τη διατήρηση ή ακόμη και την αύξηση της θνησιμότητας που παρατηρείται σήμερα στην Ελλάδα, οδηγεί σε αρνητική εξέλιξη (φυσική μείωση) του πρώτου παράγοντα. Αυτό καθιστά απαραίτητη την θετική εξέλιξη του μεταναστευτικού παράγοντα για να παραμείνει στάσιμος ή πολύ περισσότερο για να αυξηθεί ο πληθυσμός.
Η υπογεννητικότητα, αποτελεί σημαντικότατο δημογραφικό παράγοντα επειδή, εκτός της επίδρασής της στο μέγεθος του συνόλου ενός πληθυσμού, μειώνει και την αναλογία των παιδικών και νεανικών ηλικιών με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής των σύγχρονων κοινωνιών, ο πληθυσμός να οδηγείται στη δημογραφική γήρανση, δηλαδή σε μια κοινωνία γερασμένη, κατάσταση που έχει σημαντικές συνέπειες σε όλες σχεδόν τις πτυχές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Ο δείκτης δημογραφικής γήρανσης (αριθμός ατόμων ηλικίας 65+ που αντιστοιχεί σε 100 παιδιά ηλικίας 0-14) στην Ελλάδα ανήλθε, σε 110 το 2001 και σε 130 το 2006, έναντι τιμής του δείκτη 23,9 το 1951 και 53,7 το 1981.
Η διατήρηση της εξέλιξης αυτής οδηγεί βαθμιαία σε κοινωνική οπισθοχώρηση και σε οικονομική καθυστέρηση καθώς εμποδίζεται η αντικατάσταση-ανανέωση του εργατικού δυναμικού, δυσχεραίνεται η εφαρμογή του ασφαλιστικού συστήματος, υποαπασχολούνται κοινωνικοί πόροι και υποδομές σε τομείς όπως είναι η εκπαίδευση, υγεία, κλπ με ταυτόχρονη αύξηση του κατά κεφαλήν κόστους, εγκαταλείπονται οι τοπικοί πόροι, ιδιαίτερα σε μη αστικές περιοχές, μειώνεται η απόδοση των επενδύσεων, περιορίζεται η δυνατότητα εισαγωγής τεχνολογίας και η αμυντική ικανότητα της χώρας και μακροχρόνια γίνονται λιγότερες. οι ευκαιρίες για την εισαγωγή νεωτερισμών, πρωτοβουλιών και νέων ιδεών, που συνήθως προωθούνται με τις νέες κάθε φορά γενιές.
4. Βασικά αίτια της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα;
Η εξέλιξη των δημογραφικών παραγόντων συνδέεται στενά με το ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον της κάθε περιόδου σε μια διαδικασία που έχει γίνει γνωστή ως μοντέλο της «δημογραφικής μετάβασης». Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, η γεννητικότητα και η θνησιμότητα μειώνονται σταδιακά σε 5 φάσεις, καθώς το βιοτικό επίπεδο και οι συνθήκες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης βελτιώνονται και οι κοινωνικές συνθήκες σχετικά με το ρόλο των φύλων, το γάμο και το μέγεθος της οικογένειας μεταβάλλονται.
Γενικά, μειωμένος αριθμός γεννήσεων σε μια γεωγραφική ενότητα μπορεί να προέρχεται είτε από την έλλειψη των φυσικών φορέων της γέννησης, δηλαδή των νέων αναπαραγωγικών ηλικιών, είτε από τη μειωμένη γονιμότητα αυτών που παραμένουν στη δεδομένη περιοχή. Στη μείωση των αναπαραγωγικών ηλικιών της Ελλάδος μεγάλη συμμετοχή είχε η τεράστια μεταπολεμική εξωτερική μετανάστευση προς τις υπερπόντιες και δυτικές χώρες, οι οποίες στην περίοδο 1961-77, απορρόφησαν 1.044.753 μόνιμους και 1.075.007 προσωρινούς, νέους κυρίως, μετανάστες.
Σχετικά με το δεύτερο παράγοντα, τη γονιμότητα, μια πρωτογενής και γενική αιτία θεωρείται η μετάβαση από την αγροτική προς την βιομηχανική κοινωνία και η εγγενής της διαδικασίας αυτής αστικοποίηση, στα πλαίσια της οποίας η σημασία και η χρησιμότητα του τυπικού προτύπου οικογένειας ( βλέπε γάμος με πολλά παιδιά) μεταβλήθηκε και η κοινωνική και θρησκευτική πίεση για το γάμο και την τεκνοποιϊα, κυρίως προς τη γυναίκα, περιορίστηκε, με αποτέλεσμα την σταδιακή εξέλιξη προς τα σύγχρονα πρότυπα. Κύρια δημογραφικά χαρακτηριστικά της εξέλιξης αυτής είναι η μείωση των γάμων και των γεννήσεων, η αύξηση των διαζυγίων και οι ροές μετανάστευσης από λιγότερο ανεπτυγμένα προς τα πιο ανεπτυγμένα κράτη.
Οι τάσεις αυτές στην Ελλάδα, δηλαδή ο περιορισμός των γάμων σε συνδυασμό με την διατήρηση του μεγαλύτερου μέρους των γεννήσεων εντός γάμου (95 %), η αναβολή του γάμου προς μεγαλύτερες ηλικίες (33 έτη για τους άνδρες και 30 για τις γυναίκες) και η μείωση της διάρκειας αυτού, λόγω αυξημένης διαζυγιότητας, συντελούν στη διατήρηση του ολικού δείκτη γονιμότητας σε χαμηλά επίπεδα. Δευτερογενείς παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τη γονιμότητα, στα πλαίσια της βιομηχανικής και μεταβιομηχανικής κοινωνίας, είναι η αλλαγή του ρόλου της γυναίκας, η μακρόχρονη συμμετοχή της στην εκπαίδευση, η καθολική σχεδόν είσοδός της στην αγορά εργασίας και ο ατομικισμός-καταναλωτισμός που καθιερώθηκε στις σύγχρονες κοινωνίες και αποτρέπει τις σύγχρονες γενιές από την ανάληψη (και μάλιστα σε μικρές ηλικίες) των υποχρεώσεων και των δεσμεύσεων του γάμου και της γέννησης παιδιών. Οι πρόσφατες αρνητικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, που δυσχεραίνουν την εύρεση εργασίας από τους νέους και πολύ περισσότερο σταθερής (μόνιμης) εργασίας, αποτελούν πρόσθετο αρνητικό παράγοντα σύναψης γάμου και γέννησης παιδιών. Η αναβολή της γέννησης παιδιών προς την ηλικία των 30 ετών κατά μέσο όρο για τη γυναίκα δημιουργεί πρόσθετα και βιολογικές πλέον δυσχέρειες στην σύλληψη παιδιών. Τέλος, η ανεπαρκής και αποσπασματική πολιτική στήριξης της οικογένειας και της τεκνοποιίας στην Ελλάδα διατηρεί και επεκτείνει το πρόβλημα.
5. . Τάσεις για την πορεία του φαινομένου της υπογεννητικότητας με βάση την πορεία των δεικτών.
Οι γεννήσεις σαν απόλυτο μέγεθος μειώθηκαν θεαματικά στη μεταπολεμική περίοδο κατά 1/3 περίπου, δηλαδή από 155.422 το 1951 σε 102.282 το 2001, ενώ ο Ακαθάριστος Δείκτης Γεννητικότητας (ετήσιος αριθμός γεννήσεων σε 1000 κατοίκους) μειώθηκε στο μισό στην ίδια περίοδο (από 20,31 σε 9,34). Ο Ολικός Δείκτης Γονιμότητας μειώθηκε επίσης σε 1,31 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας το 2001, έναντι 2,63 αντίστοιχα του έτους 1951. Στην πρόσφατη δεκαετία του 2000 παρατηρείται μια αύξηση του απόλυτου αριθμού των γεννήσεων σε 112.042 το 2006 και 111.926 το 2007, διατήρηση του ακαθάριστου δείκτη γύρω στο 10 %0 και του δείκτη γονιμότητας στο 1,38, λόγω κυρίως της ενίσχυσης της αναπαραγωγικής βάσης που προήλθε από τους νέους, κατά κανόνα, ξένους μετανάστες και πιθανώς από την εμφάνιση θεαματικά αυξημένου αριθμού γεννήσεων εκτός γάμου στην Ελλάδα σε σχέση με το παρελθόν (6.505 το 2007 έναντι 2.227 το 1981).
Για τις μελλοντικές εξελίξεις είναι δυνατόν να γίνει σειρά προβλέψεων μια και υπάρχουν αρκετές τεχνικές προβολής του πληθυσμού και των δημογραφικών παραγόντων. Θεαματική βελτίωση του αριθμού των γεννήσεων και των σχετικών δεικτών, πάντως, δεν θα πρέπει να αναμένουμε χωρίς την εφαρμογή ισχυρής και ολοκληρωμένης δημογραφικής πολιτικής και πολιτικής στήριξης της οικογένειας. Αυτό φαίνεται και από τον αριθμό των γεννήσεων του 2007 που παραμένει σε ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα από το 2006, γεγονός που καταδεικνύει την εξασθένηση της δυναμικής αύξησης της περιόδου 2001-2006.
Κλειδί, επίσης, στην εξέλιξη του φαινομένου είναι ο ρυθμός εισροής μεταναστών στην Χώρα, τον οποία ελπίζουμε να καταγράψει και πάλι επιτυχώς η επικείμενη απογραφή πληθυσμού του 2011, ώστε να υπάρξει νέα πληροφόρηση για τις πρόσφατες δημογραφικές εξελίξεις. Τέλος, παρότι οι δείκτες γεννητικότητας και γονιμότητας στην Ελλάδα είναι από τους πλέον χαμηλούς στην Ευρώπη, είναι πιθανή ακόμη και η περαιτέρω μείωση αυτών, προΐούσης της μεγάλης δημογραφικής γήρανσης και της πιθανής γενίκευσης της αρνητικών εξελίξεων που επηρεάζουν κοινωνικά και βιολογικά τη γονιμότητα. Αν θα θέλαμε να καταγράψουμε μια μακροχρόνια πρόβλεψη για τον Ολικό Δείκτη Γονιμότητας της Ελλάδος, παραθέτω αυτή της EUROSTAT (2006), που προβλέπει 1,5 παιδιά ανά γυναίκα παραγωγικής ηλικίας, μέγεθος που παραμένει σταθερό για την περίοδο 2025-2050 και βρίσκεται μεν σε ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα από τα σημερινά, αλλά ούτε καν προσεγγίζει τα όρια αναπαραγωγής του πληθυσμού (2,1).
6. Η δημογραφική κατάσταση στα Βαλκάνια-Τουρκία, Σκόπια, Βουλγαρία και Αλβανία- και γεωπολιτικές συνέπειες
Τα πληθυσμιακή μεγέθη των Χωρών στα Βαλκάνια και γενικότερα στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου δεν είναι ισοδύναμα. Η Τουρκία, για παράδειγμα, είναι μεγάλη δημογραφική δύναμη με 75,8 εκατ. πληθυσμό το 2005, ενώ η Βουλγαρία και η Αλβανία με 7,4 εκ. και 3,6 εκ. πληθυσμό αντίστοιχα κατά το ίδιο έτος έχουν αθροιστικά τον πληθυσμό της Ελλάδος. Τα Σκόπια αποτελούν ένα πληθυσμιακά μικρότερο Κράτος με 2,1 εκ. πληθυσμό, σύμφωνα με τον Πίνακα 4.
Σχετικά με τους υπόλοιπους δείκτες, η Τουρκία, ειδικότερα, έχει διπλάσιο Ακαθάριστο Δείκτη Γεννητικότητας (20,0 %0) έναντι της Ελλάδος και σχεδόν διπλάσιο Ολικό Δείκτη Γονιμότητας (2,3), δηλαδή συνεχίζει να διατηρεί δείκτη μεγαλύτερο από το όριο αναπαραγωγής του πληθυσμού (2,1). Οι λοιπές χώρες έχουν σχετικά καλύτερους ή παρεμφερείς δείκτες με την Ελλάδα, μετά από μια θεαματική πτώση αυτών στην πρόσφατη δεκαετία, ενώ το προσδόκιμο ζωής είναι σαφώς μεγαλύτερο στην Ελλάδα.
Η σύγκριση των πληθυσμιακών πυραμίδων δίνει εμφανώς τη δημογραφική εικόνα των δύο Χωρών, δηλαδή της Ελλάδος και της Τουρκίας.
Από την μέχρι τώρα ανάλυση έγινε κατανοητή η σημασία του μεγέθους και των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών του πληθυσμού στην πορεία για την επιβίωση και την ανάπτυξη ενός λαού. Ειδικότερα για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας γίνεται εύκολα αντιληπτή η σημασία του μεγέθους και της σύνθεσης του πληθυσμού στα μικρά ακριτικά νησιά του Αιγαίου, που σημειωτέον έχουν οριακούς ποσοτικά και ποιοτικά πληθυσμούς.
Γενικότερα, για την μελλοντική γεωπολιτική ισορροπία στην περιοχή αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τη σημασία της σύγκρισης του πληθυσμού της Τουρκίας των 97 εκ., που προβλέπεται να έχει το 2050, με σχετικά νεανική και ώριμη σύνθεση (100 ηλικιωμένοι στα 100 παιδιά), έναντι ενός στάσιμου πληθυσμού των 10,8 εκ. κατοίκων με εξαιρετικά δυσμενή δείκτη γήρανσης (260 ηλικιωμένοι στα 100 παιδιά) αντίστοιχα της Ελλάδας (EUROSTAT, 2007).
Εύλογο επόμενο θέμα στην παρούσα ανάλυση είναι οι λόγοι για τους οποίους παρατηρούνται οι παραπάνω αποκλίσεις μεταξύ των επιμέρους Χωρών. Θα γίνει αναφορά ειδικότερα για την Τουρκία σε σχέση με την Ελλάδα, επειδή οι πληθυσμιακές αποκλίσεις είναι σαφώς εμφανείς, ενώ οι λοιπές χώρες είναι μικρότερου μεγέθους και εμφανίζουν πρόσφατα ίδιους δείκτες.
Γενικά η Τουρκία βρίσκεται σε κοινωνικο-οικονομικό αναπτυξιακό επίπεδο προγενέστερο από αυτό της Ελλάδας, που στην πρακτική των διαφόρων χωρών ακολουθείται από καλύτερους δημογραφικούς δείκτες, ένα φαινόμενο γνωστό ως «δημογραφικό παράδοξο». Σύμφωνα με τη θεωρία της δημογραφικής μετάβασης, που αναφέρθηκε παραπάνω, η Τουρκία φαίνεται ότι βρίσκεται στο τρίτο στάδιο αυτής με χαρακτηριστικά την υψηλή αλλά φθίνουσα γεννητικότητα, με μικρή και σταθεροποιημένη θνησιμότητα και υψηλή αλλά επιβραδυνόμενη φυσική αύξηση, χαρακτηριστικά που οφείλονται σε βελτίωση των συνθηκών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, υγιεινής και διαβίωσης και στις κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες για λιγότερα (σε σχέση με το παρελθόν ) παιδιά. Η Ελλάδα, αντίστοιχα, τοποθετείται μάλλον στο τέλος του τέταρτου σταδίου με μικρή γεννητικότητα και θνησιμότητα και ελαφρά αρνητική φυσική κίνηση, χαρακτηριστικά που οφείλονται σε παράγοντες που έχουμε εξηγήσει παραπάνω.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η θρησκεία στις μουσουλμανικές χώρες παραμένει πολύ σημαντικός παράγοντας διαμόρφωσης στάσεων και συμπεριφοράς, γεγονός που συμβάλλει στην αναστολή μιας ταχείας μεταβολής προς τα σύγχρονα δυτικά πρότυπα, σύμφωνα με τα οποία περιορίζονται οι γάμοι και οι γεννήσεις, αυξάνονται τα διαζύγια και υιοθετούνται νέοι τύποι οικογένειας, όπως είναι η μονογονεϊκή και η συμβίωση.
Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η σημασία που φαίνεται να δίνει η Τουρκία, στη διατήρηση υψηλών ρυθμών πληθυσμιακής αύξησης (1,5 % ετησίως το 2005 έναντι 0,2 της Ελλάδος), παρότι το γεγονός αυτό δημιουργεί προβλήματα την βελτίωση του μέσου επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού.
7. Μέτρα πολιτικής για τη βελτίωση του δημογραφικού παράγοντα.
Τα δημογραφικά φαινόμενα δεν έχουν άμεσα εμφανείς συνέπειες, αλλά τα σχετικά προβλήματα εκδηλώνονται αρκετά μεταγενέστερα από την γενεσιουργό αιτία τους. Για παράδειγμα αναφέρεται το μεταναστευτικό ρεύμα των Ελλήνων προς το εξωτερικό των δεκαετιών του ‘60 και ’70, που συνέβαλλε, όπως ήδη αναφέρθηκε, σημαντικά στα δύο βασικά σημερινά και μελλοντικά δημογραφικά τη γήρανση και την υπογεννητικότητα. Το πρώτο λάθος λοιπόν ήταν η μη πρόγνωση των δυσμενών συνεπειών μιας αλόγιστης μεταναστευτικής ροής και η μη αποτροπή της. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αναμενόμενο κάτω από τις νεοκλασικές θεωρήσεις της εποχής περί μεταναστευτικών ροών.
Στη συνέχεια, μετά την εκδήλωση ενός δημογραφικού φαινομένου όπως η υπογεννητικότητα, αν δεν ληφθούν έγκαιρα γενναία μέτρα, η εξέλιξή του είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναστραφεί. Αναφέρονται χαρακτηριστικά οι Βόρειες και Δυτικές χώρες της Ευρώπης, οι οποίες μόνο μετά την εφαρμογή συστηματικής και ισχυρής πολιτικής έχουν κατορθώσει, σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι σήμερα, να επαναφέρουν το δείκτη γονιμότητας στο 1,85-1,99 προσεγγίζοντας το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού (2,1 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας). Η ενίσχυση των μονογονεϊκών οικογενειών και γενικότερα των παιδιών εκτός γάμου από πλευράς Κράτους και η από νωρίς κοινωνική τους αναγνώριση συνέτεινε στην γενίκευση του θεσμού, μέσω δε αυτού, στην ενίσχυση της γονιμότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι γεννήσεις εκτός γάμου, σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Δανία, κυμαίνονται στο 44-47 % του συνόλου αυτών το 2006, ενώ στη Σουηδία το ποσοστό ανέρχεται στο 55,47 %. Στην Ισλανδία το ίδιο έτος το ποσοστό γεννήσεων εκτός γάμου προσεγγίζει το 66 % !!!!!!και στην Εσθονία το 58 %.
Η μακρόχρονη έλλειψη συγκροτημένης δημογραφικής πολιτικής και πολιτικής στήριξης της οικογένειας στην Ελλάδα έχει εμφανή αποτελέσματα και σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην ποσοτική και ποιοτική κατάσταση του πληθυσμού, είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα όποια μέτρα λήφθηκαν ήταν ανεπαρκή και αποσπασματικά.
Εκτός λοιπόν από τη λήψη γενναίων μέτρων, αυτά θα πρέπει να συγκροτηθούν σε μια ενιαία και ολοκληρωμένη πολιτική προστασίας της μητρότητας, της οικογένειας και του παιδιού και να αναφέρονται σε μια σαφή στρατηγική με ποσοτικοποιημένους στόχους, οι οποίοι να είναι αποτέλεσμα έρευνας και επιστημονικής ανάλυσης.
Οι δημογραφικές προοπτικές της Χώρας φαίνεται ότι είναι δυσοίωνες. Επομένως η μη ανάληψη μιας δράσης τέτοιας μορφής είναι αποτέλεσμα τελικά της μη συνειδητοποίησης από την Ελληνική κοινωνία και πολιτική της σημασίας του δημογραφικού παράγοντα, παρά τις κατά καιρούς λεκτικές αναφορές σ’ αυτόν.
Σ’ αυτή τη βάση, τα μέτρα θα πρέπει να περιλαμβάνουν ολοκληρωμένη κάλυψη της κύησης, διευκολύνσεις και γενναία επιδότηση της μητρότητας και του παιδιού, ανάπτυξη δομών και υποδομών για τη φροντίδα του παιδιού και την υποστήριξη της εργαζόμενης μητέρας και ενίσχυση ιδιαίτερα του 2ου παιδιού, τη στιγμή που η γονιμότητα έχει κατέλθει σε χαμηλότερα μέσα επίπεδα από αυτό. Η πρόσφατη καθιέρωση του σύμφωνου συμβίωσης θέτει ένα θεσμικό πλαίσιο για τα εκτός γάμου πρότυπα οικογένειας και αναμένεται να δώσει νέες διαστάσεις σ’ αυτά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Eurostat, (2006), “Population Statistics”, Luxembourg.
Eurostat, (2007), “Demographic Outlοok”, Luxembourg.
Rontos K. (2007), “Prospects for a new family formation and for its impact on fertility: Some research evidence from Greece”, Statistical Review, vol. 3(1).
ΕΣΥΕ, «Αποτελέσματα Απογραφής 2001», http//:www.statistics.gr.
ΕΣΥΕ, «Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού 2000-06» », http//:www.statistics.gr.
Κοτζαμάνης Β. (2000), «Οι δημογραφικές εξελίξεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στην Ελλάδα», ΕΚΚΕ, Αθήνα.
Πολύζος Ν. (1981), «Δημογραφική πρόκληση», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα.
Ρόντος Κ., (υπό δημοσίευση) «Η προσέγγιση των Δημογραφο-οικονομικών Υποδειγμάτων στην Περιφερειακή Ανάλυση: Μια εφαρμογή για την Πρόβλεψη του Περιφερειακού Πληθυσμού της Ελλάδος», Σπουδαί, Πανεπιστήμιο Πειραιά.
Σιάμπος Γ. (1993), «Δημογραφία», εκδόσεις «Οικονομικό», Αθήνα.
Τσίμπος Κ. και Παπαδάκης Μ., 2004, «Δημογραφική Ανάλυση-Αρχές, Μέθοδοι Υποδείγματα», εκδόσεις Σταμούλη, Αθήνα.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου