Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Τα όρια της σάτιρας

Του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ
http://archive.enet.gr/online/online_text/c=110,dt=22.12.2007

Ποια είναι τα όρια της σάτιρας είναι το ερώτημα των ημερών που κυλούν κάτω από τη λαζοπούλεια ορμή και ευστροφία. Σε μια συντηρητική κοινωνία, που ζει ακόμη με τον παπά και τον εισαγγελέα, η οριοθέτηση παραμένει είδος πρώτης ανάγκης. Στο πρακτικό πεδίο, ο Ελληνας δεν γουστάρει απαγορεύσεις και τις παραβιάζει με την πρώτη ευκαιρία. Οχι από τάση ελευθεριότητας, ούτε καν ελευθερίας, αλλά από σκέτη έπαρση και εγωισμό. Στο ηθικό πεδίο, όμως, οι ίδιοι άνθρωποι αρέσκονται να ασφυκτιούν μέσα σε πλήθος από κανόνες, ήθη, συμβάσεις και κομφορμισμούς. Η ιδεολογία της ελληνικής κοινωνίας ήταν και παραμένει μικροαστική. Οπως και η ευρωπαϊκή, εξάλλου. Το ιδιάζον του Ελληνα βρίσκεται αλλού, στην αντιφατική του συμπεριφορά: μικροαστός στις πεποιθήσεις και αναρχικός στη δράση.

Η αντίφαση λύνεται αν σκεφτούμε λίγο περισσότερο την έννοια αναρχικός. Ο αναρχικός αντιτίθεται στην εξουσία, ο Ελληνας την αναπαράγει αναποδογυρίζοντάς την. Ο Ελληνας δεν έχει πρόβλημα με την εξουσία, έχει πρόβλημα στον βαθμό που δεν την ασκεί ο ίδιος. Ο Ελληνας είναι παραβατικός, από μαγκιά όμως και όχι από αναρχική συνείδηση. Αβίαστα λοιπόν βγαίνει το συμπέρασμα: οι Ελληνες δεν είναι αναρχικοί. Είναι άναρχοι.

Ησύγχρονη ελληνική κοινωνία από τα γεννοφάσκια της σκόνταφτε στα «απαγορεύεται». Το μέγα πλήθος των απαγορεύσεων τελικά λειτούργησε υπονομευτικά. Οι απαγορεύσεις κατέπιπταν υπό το βάρος της εξωφρενικής διόγκωσής τους. Και ο Ελληνας έμαθε να τις «γράφει», επειδή παραήταν πολλές. Η παραβατικότητα του Ελληνα ξεκίνησε για λόγους επιβίωσης. Αργότερα απέκτησε χαρακτηριστικά ιδεολογίας. Η κλασική μικροαστική ιδεολογία στην Ελλάδα μπολιάστηκε με λίγο «δεν γαμιέται» και «δεν βάζω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου».

Εχουμε λοιπόν ένα λαό που λατρεύει τις απαγορεύσεις, αρκεί να αφορούν τους άλλους. Το σχήμα λειτουργεί και αντίστροφα: «Οταν όλοι οι άλλοι παρανομούν δεν θα παίξω εγώ τον ρόλο του μαλάκα».

Οταν λοιπόν ο Λαζόπουλος λέει κάποιον μακάκα, ο άλλος αντιδρά αποκαλώντας τον φούστη. Ποια είναι η διαφορά; Οτι ο Λαζόπουλος ενσωμάτωσε τον μακάκα στη σατιρική δομή. Ο θιγμένος ενσωμάτωσε τον φούστη στη δομή της αυτοάμυνας. Δεν μπορούμε επομένως να συγκρίνουμε τις δύο βρισιές και να αποφανθούμε ποιος υπερθεμάτισε. Ανόμοια πράγματα δεν συμψηφίζονται. Ο ένας πρόσβαλε από τον ρόλο του σατιρικού και ο άλλος αντιγύρισε από τον ρόλο του θιγμένου.

Τι να κάνουμε. Η σάτιρα παράγει θιγμένους, διαφορετικά δεν θα ήταν σάτιρα. Και οι θιγμένοι αντεπιτίθενται, διαφορετικά δεν θα ήταν μάγκες. Ποιος έχει δίκιο; Ηθικά, και οι δύο, πιασμένοι στη μέγκενη του αναπόφευκτου. Νομικά δεν μας απασχολεί, αυτή είναι δουλειά για τα δικαστήρια.

Πολλοί καταλογίζουν στον Λαζόπουλο ότι αυτά που καυτηριάζει, πρώτος ο ίδιος σπεύδει να τα κάνει. Δεν είναι υποκρισία να σατιρίζεις πράγματα που και εσύ διαπράττεις. Ποιος είπε ότι όσοι κάνουν σάτιρα πρέπει να είναι σεπτοί και άμεμπτοι; Τότε θα ψάχναμε τη σάτιρα στα μοναστήρια και στο παπαδαριό. Το να αποφεύγεις να κάνεις ο ίδιος όσα καταλογίζεις στους άλλους είναι το ίδιο με το να καυτηριάζεις όσα δεν θέλεις ή δεν δύνασαι να κάνεις ο ίδιος. Αλλά αυτό δεν λέγεται σάτιρα. Λέγεται ηθικολογία.

Το αρχικό ερώτημα, συνεπώς, ποια είναι τα όρια της σάτιρας, είναι άνευ σημασίας, διότι δουλειά της σάτιρας δεν είναι να ασχολείται με τα όριά της, αλλά να περιπαίζει τα όρια των άλλων. 'Η αλλιώς, τα όρια της σάτιρας κυμαίνονται ως εξής: αν το θύμα είσαι εσύ, τότε είναι ασφυκτικά στενά, αν απεναντίας την πατάει κάποιος άλλος και εσύ το χαίρεσαι δεόντως, τότε τα όριά της εντοπίζονται στο άπειρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου