Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Οι συλλογικοί δρόμοι της δημοκρατίας

Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος
http://www.tovima.gr/23/01/2000
Οποιοσδήποτε δημόσιος διάλογος, και μάλιστα συνεχιζόμενος, προϋποθέτει τουλάχιστον δύο πράγματα: από τη μια μεριά ότι οι διαλεγόμενοι συμφωνούν στις αφετηρίες και τα πραπαιτούμενα μιας συζήτησης η οποία, βεβαίως, δεν μπορεί ποτέ να απολήξει εντελώς. Και από την άλλη, ότι οι διαλεγόμενοι σέβονται αμοιβαία τις θέσεις του άλλου δίχως να τις διαστρέφουν ή να τις ειρωνεύονται. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο διάλογος είναι όχι μόνο εποικοδομητικός αλλά και ευχάριστος. Και γι' αυτό συνεχίζω τη συζήτηση με τον Δημήτρη Δημητράκο.
Θα ξεκινήσω από την κεκτημένη πλέον θεμελιώδη αφετηρία της σύγχρονης πολιτικής σκέψης, τη δημοκρατία. Δίχως δημοκρατία είναι αδύνατο να υπάρξει πολιτικό καθεστώς που δεν θα βρίσκεται συνεχώς εκτεθειμένο σε μικρές ή μεγάλες καταχρήσεις της εξουσίας εις βάρος των ανυπεράσπιστων πολιτών-ατόμων. Μόνο η δημοκρατία μπορεί να προασπίσει τους ανθρώπους από την αυθαιρεσία και την αυταρχικότητα, μόνο αυτή καθιστά δυνατόν τον συνεχή και θεσμοποιημένο έλεγχο εκείνων που ασκούν την εξουσία. Η δημοκρατία είναι, με αυτή την έννοια, το μόνο καθεστώς που εγγυάται τον σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων, όπως αυτά εξελίσσονται στην ιστορία. Και γι' αυτό είναι αναπαλλοτρίωτη και αναντικατάστατη.

Η σχέση ατόμου και Ολου

Με αυτή την έννοια, η εγγύηση ότι εκείνος που χτυπάει την πόρτα τα χαράματα είναι ο γαλατάς αποτελεί επαρκή νομιμοποίηση της δημοκρατίας. Η δημοκρατία όμως δεν πρέπει να είναι μόνον αυτό. Και στο σημείο αυτό ακριβώς επικεντρώνεται η διαφορά μου με τον Δημήτρη Δημητράκο. Ανεξάρτητα και πέρα από την εγγύηση της νομιμότητας και των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, το δημοκρατικό πολίτευμα είναι ταυτοχρόνως και εκείνο όπου οι κοινωνικές και πολιτικές αξίες μπορούν να προάγονται κατά τον λυσιτελέστερο τρόπο. Αυτή είναι η «θετική» λειτουργία της δημοκρατίας. Μέσα από αυτήν, διά του λόγου και της πειθούς, προάγονται ιδεωδώς «τα των ανθρώπων πράγματα» του Πλάτωνα ή ο «βίος πολιτικός» του Αριστοτέλη. Ακριβώς επειδή κανένας δεν δικαιούται να αυτοτιτλοφορείται αυθεντικός θεματοφύλακας του λόγου, των αξιών και της επίγειας σοφίας, η δημοκρατία είναι το πολίτευμα εκείνο που εγκαλεί τον πολίτη να συμμετέχει άμεσα στην πάντα ανολοκλήρωτη αξιακή και πολιτική συζήτηση περί του μέλλοντος και του δέοντος της κοινωνίας. Το τι «πρέπει» να γίνει για να βελτιωθούν τα κοινωνικά πράγματα είναι ακριβώς το κατ' εξοχήν αντικείμενο ενός πολιτικού διαλόγου που δεν επιτρέπεται να σταματά ποτέ. Ετσι, η δημοκρατία δεν προστατεύει μόνο τους πολίτες από την αυθαιρεσία, αλλά και την κοινωνία από την ακινησία και την απάθεια. Ο δημοκρατικός διάλογος, και μόνο αυτός, ανοίγει τον δρόμο για τον πάντα ιστορικό και βεβαρημένο προσδιορισμό για το επίμαχο «κοινό συμφέρον» που κινεί τα νήματα της συλλογικής βούλησης.

Η συμμετοχή αυτή στα κοινά δεν μπορεί βεβαίως να είναι υποχρεωτική. Οπως σημειώνει ο Δημητράκος δεν υπάρχει κανένας λόγος «η δημοκρατία να μην ανέχεται εκείνους που δεν είναι πολιτικοποιημένοι». Αυτό είναι αυτονόητο, ακόμη και αν επιβιώνουν ακόμη απαράδεκτες θεσπίσεις όπως π.χ. της υποχρεωτικής ψήφου. Το ατομικό «δικαίωμα» ή μάλλον η υπαλλακτική δυνατότητα και ευχέρεια του οποιουδήποτε ανθρώπου να αρνείται να μετέχει στα κοινά είναι προφανώς αναπαλλοτρίωτα. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Αλλο ανοχή και άλλο επιδοκιμασία. Το αρχαίο «ευ ζην» εντοπίζεται ακριβώς στη δυνατότητα αλλά και στο καθήκον του πολίτη να μετέχει ενεργά και υπεύθυνα στο κοινό θαύμα. Οταν λοιπόν η ελευθερία του ανθρώπου επικεντρώνεται στην ιδιωτική του ζωή και στις ιδιωτικές του επιλογές, η έννοια της ελευθερίας συρρικνώνεται στα όρια του απολύτως αναγκαίου. Η cura privati negotii ούτε υποκαθιστά ούτε είναι αξιακά ισότιμη με την cura rei publicae. Μια κοινωνία που εξωθεί τα μέλη της στην πολιτική αδιαφορία και απάθεια, μια κοινωνία «ιδιωτών» όπου ο καθένας επιδιώκει κατ' αποκλειστικότητα τα ατομικά του συμφέροντα, οχυρώνεται πίσω από την ατομική του ζωή και δρα απομονωμένος από τους άλλους στον αδιάβροχο ατομικό ηθικό του χώρο είναι μια κοινωνία που στερείται από οποιαδήποτε συλλογική αξιακή θεμελίωση. Και μια τέτοια κοινωνία ιδιωτών είναι ακριβώς η κοινωνία των ιδιοτελών συμφεροντούχων για τους οποίους τα πάντα επίμαχα ζητήματα της δικαιοσύνης, της επιείκειας, της ισότητας και της αλληλεγγύης εμφανίζονται ως άνευ σημασίας αρκεί να προστατεύονται μέχρι κεραίας τα ατομικά δικαιώματα. Υπό τους όρους αυτούς, δεν χρειάζονται πια παρά τα «δημόσια» εκείνα αγαθά που αντιστοιχούν στα συγκεκριμένα ατομικά συμφέροντα του κάθε εταίρου, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται ούτε για το κοινό συμβολικό «θαύμα» ούτε για την κοινή προκοπή. Και έτσι, η αυτόνομη συμβολική της πολιτείας υποβαθμίζεται: η έννομη τάξη οφείλει να προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών-ατόμων, αλλά οι προστατευόμενοι πολίτες ούτε ενέχονται ούτε οφείλουν να γρηγορούν ή να ενδιαφέρονται για την κοινή κοινωνία τους. Το «κοινωνικό συμβόλαιο» εμφανίζεται απλώς αμυντικό των ατομικών δικαιωμάτων. Και έτσι, δεν υπάρχει και ούτε αναζητείται άλλο «κοινό καλό», άλλο «δημόσιο συμφέρον» εκτός από τον σεβασμό των δικαιωμάτων αυτών. Κανείς δεν χρωστά τίποτε ­ ούτε χρήμα ούτε χρόνο ούτε ενέργεια ­ στους άλλους και σε ένα Ολο που αναδεικνύεται σε απλό πλάσμα των θεσμών και της γλώσσας. Η σχέση ατόμου και Ολου εμφανίζεται απεκδυμένη από οποιαδήποτε υλική ή συμβολική αμοιβαιότητα.

Ατομικοποίηση και ιδιωτικοποίηση

Αυτή ακριβώς είναι η ανάλγητη δυναμική της αποπολιτικοποίησης και της ιδιωτικοποίησης. Και αυτές είναι αλίμονο οι τάσεις που επικρατούν στις νεότερες δημοκρατικές κοινωνίες. Προωθούμενες από τα αποκοιμιστικά μέντια και συνεχώς ενισχυόμενες από τον άκρατο καταναλωτισμό, η ατομικοποίηση και η ιδιωτικοποίηση έχουν φθάσει σε πρωτοφανή επίπεδα. Η αγορά των προϊόντων και των υπηρεσιών έχει υποκαταστήσει εντελώς την αγορά των ιδεών και των υπαλλακτικών πολιτικών σχεδίων και προοπτικών. Σε μιαν εποχή όπου η επιβάρυνση και περιπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων και εξαρτήσεων έχει εξ αντικειμένου πολλαπλασιάσει τους αδιαίρετους «χώρους» του συλλογικού ευ ζην ­ περιβάλλον, ρύπανση, δίκτυα, επικοινωνία, συγκοινωνία κτλ. ­ ως «κανονική» συμπεριφορά νοείται πλέον εκείνη όπου ο καθένας τηρεί πειθαρχικά τους κανόνες κοιτάζοντας απλώς τη δουλειά του και τα συμφέροντά του. Και έτσι, βαθμιαία αλλά σταθερά οδηγούμαστε στην πλήρη ηθική καταξίωση της πολιτικής αποχής και της δημόσιας απάθειας. Εμποτισμένα στον δομικό ανταγωνισμό τους, τα ατομικά προτάγματα αλληλοακυρώνονται και αλληλοεξουδετερώνονται. Η ευδαιμονία και το ευ ζην αναδεικνύονται σε ατομικές υποθέσεις του καθένα.

Προέκταση των παραπάνω αποτελούν οι ακμάζουσες μορφές ατομικής σωτηριολογίας, που υποθάλπουν τους ανορθολογισμούς, τις δεισιδαιμονίες, τις αποκαλυπτικές οπτασίες αλλά και τον φετιχισμό της ατομικής «επιτυχίας» και των πανταχού παρόντων υλικών σημάτων της. Ταυτόχρονα, και κατ' αντιδιαστολήν, οι αδυσώπητες διαδικασίες του κοινωνικού αποκλεισμού όλων εκείνων που έχουν βέβαια το δικαίωμα να ασκούν τύποις τα δικαιώματά τους, αλλά δεν έχουν παρά μόνο αυτό, συνεπιφέρουν τις παραβατικότητες, τις ανομίες, τους τεχνητούς παραδείσους και τις άπειρες μορφές ψυχικών παρεκκλίσεων που χαρακτηρίζουν τις κοινωνίες μας. Είναι γεγονός ότι η εκκοσμικευμένη απόσυρση από τη διαμόρφωση των κοινών εκφράζεται συχνά με νεομυστικιστικές και προφανώς αλυσιτελείς αναζητήσεις περιχαρακωμένων «εαυτών». Στην αποδυναμωμένη συλλογική ουτοπία υποκαθίστανται οι εκλογικευμένες ατομικές ουτοπίες που εκφράζονται μέσω της πρόσβασης στα άπειρα, και για πολλούς απρόσιτα, ψυχικά και υλικά τεχνάσματα που καλούνται να οδηγήσουν στην υπέρβαση της ατομικής ανασφάλειας, πλήξης ή απόγνωσης.

Συλλογική αρμοδιότητα

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η δυσανεξία της σημερινής δημοκρατίας. Η υποχώρηση της αυτοθεσπίζουσας κοινής βούλησης ισοδυναμεί με την «απο-ουτοπικοποίηση» της πολιτείας, με την απίσχνανση της πολιτικής, με την αποδυνάμωση της κοινής ελπίδας. Από τη στιγμή που το «κοινό καλό» αντιμετωπίζεται ως εκτός συλλογικής αρμοδιότητας, από τη στιγμή δηλαδή που η πρόσληψη της «εμπειρικής πραγματικότητας» δεν περιλαμβάνει τη βούληση και την από κοινού μεθόδευση της υπέρβασής της, από τη στιγμή που οι συλλογικές αξίες εξαντλούνται με το αίτημα της συντήρησης των υφιστάμενων ατομικών ελευθεριών και φαντασιώσεων, η δημοκρατία, όσο αναγκαία και αν είναι, αυτοπαγιδεύεται στην αναπαραγωγή ενός ελεύθερου και φιλ-ελεύθερου πλαισίου που αντί να ενθαρρύνει την ανιδιοτελή μετασχηματιστική κινητοποίηση και βούληση των πολιτών, τις αποτρέπει. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο η δημοκρατία ή θα είναι αριστερή ή, ίσως μοιραία, θα εκφυλισθεί. Μια συνεχής εγρήγορση των πολιτών προς την κατεύθυνση της βελτίωσης και του εμπλουτισμού ενός «κοινού καλού», μιας επέκτασης και εμβάθυνσης των συλλογικών αγαθών και της συζήτησης και του διαλόγου γύρω από τη δημοκρατική μεθόδευση και εξασφάλισή τους, ισοδυναμεί ακριβώς με μιαν αναζήτηση νέων συλλογικών χώρων, νέων θεσμικών εγγυήσεων για όλους τους πολίτες. Αυτό είναι και το νόημα της αλληλεγγύης, της ισότητας και της δικαιοσύνης, ως αδιαίρετων συλλογικών αξιακών αφετηριών που εκφράζονται μέσω και διά του δημόσιου χώρου ο οποίος ανήκει σε όλους και υφίσταται χάριν όλων. Η θετική ουτοπία που θα ολοκληρώνει τη δημοκρατία συνεπάγεται λοιπόν την επανεγκατάσταση των αξιών της Αριστεράς στο επίκεντρο των συλλογικών μελημάτων. Αν η τυπική φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί τον αναγκαίο όρο για μια μη αυθαίρετη και αυταρχική συλλογική δράση, δεν αποτελεί επαρκή όρο για την κοινωνική πρόοδο. Τα τείχη που χωρίζουν τους ανθρώπους δεν είναι μόνο ή κυρίως εκείνα που εγγυώνται τις αναπαλλοτρίωτες ιδιωτικότητες και τα περιχαρακωμένα συμφέροντά τους, αλλά εκείνα που εμποδίζουν τους ανισοποιημένους ανθρώπους-άτομα να δρουν προς την κατεύθυνση του από κοινού εμπλουτισμού της κοινής «ηθικής» τους πολιτείας. Και αυτά τα τείχη πρέπει να καταρρεύσουν.

Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου