Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Πληθυσμιακή γήρανση. Μία βραδυφλεγής βόμβα

Του Economist

Σταματήστε για μία στιγμή να σκέφτεστε τη βαθιά ύφεση που πλήττει τον πλανήτη, τα πακέτα διάσωσης τρισεκατομμυρίων δολαρίων και τις χαμένες θέσεις εργασίας που συνεχώς αυξάνονται. Αντιθέτως, αναλογιστείτε την προοπτική μιας μελλοντικής αναιμικής ανάπτυξης σε συνδυασμό με μία εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα, αυξανόμενες δημόσιες δαπάνες και ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό. Αυτά είναι τα προβλήματα που αναμένεται ν’ αντιμετωπίσουν οι γηράσκουσες κοινωνίες μας στο μέλλον. Εάν σας ακούγονται λίγα ή σας φαίνονται ήσσονος σημασίας ζητήματα, σκεφτείτε το ξανά.

Όταν, πριν από έναν ακριβώς μήνα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προσπάθησε να υπολογίσει τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης, βρήκε ότι το οικονομικό της κόστος είναι τεράστιο. Οι δημοσιονομικές θέσεις των G20 είναι πολύ πιθανό να επιδεινωθούν κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες εντός του 2009. Εκτιμώντας, όμως, το συνολικό οικονομικό βάρος της γήρανσης του πληθυσμού το 2050, διαπίστωσε ότι «για τις ανεπτυγμένες χώρες το δημοσιονομικό βάρος της κρίσης ανέρχεται σε μόλις 10% του συνόλου των δαπανών που απαιτούνται λόγω της σταδιακής γήρανσης των κοινωνιών τους». Το υπόλοιπο 90% αφορά σε επιπρόσθετες δαπάνες για συντάξεις, υγεία και φροντίδα των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας.

Ο πληθυσμός των πλούσιων χωρών του πλανήτη γερνάει με εξαιρετικά ταχύ ρυθμό. Οι φτωχοί ακολουθούν κατά πόδας. Βρίσκονται μόλις μερικές δεκαετίες πίσω. Σύμφωνα με τη διετή Έκθεση Δημογραφικών Εκτιμήσεων που εκδίδει ο ΟΗΕ, το 2050 η μέση ηλικία όλων των χωρών του πλανήτη αναμένεται να ανέλθει από τα 29 στα 38 έτη. Σήμερα, μόλις το 11% από τα 6,9 εκατομμύρια κατοίκων του πλανήτη, υπερβαίνουν σε ηλικία τα 60 έτη. Σύμφωνα με τη βασική εκτίμηση του ΟΗΕ, μέχρι το 2050 το ποσοστό αυτό θα έχει φτάσει στο 22% (σε ένα συνολικό πληθυσμό 9 δισεκατομμυρίων) και στις ανεπτυγμένες χώρες το 33% (βλ. Πίνακα 2). Για να το πούμε πιο απλά, στον ανεπτυγμένο κόσμο το 2050 ένας στους τρεις θα είναι συνταξιούχος. Σχεδόν ένας στους δέκα θα είναι ηλικίας άνω των 80 ετών.


Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία σταδιακή, πλην όμως ασταμάτητη εξέλιξη, η οποία εν καιρώ θα έχει τεράστιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Μέχρι στιγμής, είναι ελάχιστες οι χώρες οι οποίες διαθέτουν ήδη μεγάλους πληθυσμούς ηλικιωμένων και οι οποίες άρχισαν να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες της πληθυσμιακής γήρανσης. Στις περισσότερες περιπτώσεις το εργατικό δυναμικό μόλις πρόσφατα ξεκίνησε να συρρικνώνεται και ο αριθμός των ηλικιωμένων να αυξάνεται. Μέχρι το 2020, όμως, η γήρανση θα είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει διέξοδος. Διατηρώντας μια μικρή επιφύλαξη στην περίπτωση που συμβεί κάποια τεράστια φυσική ή ανθρώπινη καταστροφή, οι δημογραφικές αλλαγές είναι πολύ πιο βέβαιο ότι θα συμβούν σε σύγκριση με άλλες μακροπρόθεσμες προβλέψεις, όπως για παράδειγμα η κλιματική αλλαγή. Κάθε ένας από τους 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους άνω των 60 το 2050 έχει ήδη γεννηθεί.

Τα αίτια της πληθυσμιακής γήρανσης

Τι είναι αυτό που προκαλεί την πληθυσμιακή γήρανση; Δύο μακροχρόνια αίτια καθώς και η προσωρινή επίδραση της πληθυσμιακής έκρηξης του babyboom θα συνεχίσουν να εμφανίζονται ως κυρίαρχες τάσεις στα στατιστικά σχεδιαγράμματα για τις επόμενες δύο δεκαετίες.

Το πρώτο μεγάλο αίτιο αφορά στο γεγονός ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερο. Η τάση αυτή ξεκίνησε με τη βιομηχανική επανάσταση και κατέστη η νέα δημογραφική πραγματικότητα. Το 1900 το μέσο προσδόκιμο ζωής στον πλανήτη ήταν τα 30 έτη και στις ανεπτυγμένες χώρες λίγο κάτω από τα 50. Σήμερα είναι 67 και 78 έτη αντίστοιχα και ακόμα αυξάνονται. Σε πείσμα της όλης συζήτησης για την επερχόμενη «κρίση γήρανσης των πληθυσμών», η συγκεκριμένη εξέλιξη είναι σίγουρα κάτι για το οποίο πρέπει να αισθανόμαστε ευγνώμονες. Ειδικά σήμερα που οι ηλικιωμένοι παραμένουν υγιείς, σε καλή κατάσταση και δραστήριοι για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σύγκριση με το πολύ πρόσφατο παρελθόν.

Το δεύτερο και πολύ πιο σημαντικό αίτιο της διαδικασίας πληθυσμιακής γήρανσης είναι το γεγονός ότι οι σημερινοί άνθρωποι γεννάνε πολύ λιγότερο με αποτέλεσμα οι νεότερες ηλικιακές ομάδες να είναι πολύ μικρές σε μέγεθος για να μπορέσουν να εξισορροπήσουν το αυξανόμενο αριθμό των ηλικιωμένων. Η συγκεκριμένη δημογραφική τάση προέκυψε πιο αργά συγκριτικά με την τάση για μακροζωία, πρώτα στις ανεπτυγμένες χώρες και πλέον αφορά και στις φτωχότερες χώρες. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 οι γυναίκες ανά τον πλανήτη γεννούσαν μέσο όρο 4,3 παιδιά η κάθε μία. Ο σημερινός παγκόσμιος μέσος όρος είναι 2,6, με τις ανεπτυγμένες να βρίσκονται στο 1,6. Ο ΟΗΕ υπολογίζει ότι μέχρι το 2050 ο μέσος όρος γεννητικότητας του πλανήτη θα έχει πέσει σε μόλις δύο παιδιά με αποτέλεσμα στα μέσα του αιώνα ο πληθυσμός της γης να ξεκινήσει σταδιακά να αποκλιμακώνεται. Σε ορισμένες χώρες παρατηρείται ήδη συρρίκνωση του πληθυσμού. Ανάλογα με την άποψη που έχει ο καθένας αυτό μπορεί να αποτελεί μια θετική ή αρνητική εξέλιξη, σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο.

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί ότι η προσωρινή πληθυσμιακή έκρηξη του baby boom, η οποία συνέβη στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, διόγκωσε τις συνέπειες της χαμηλής γεννητικότητας και της υψηλής μακροζωίας. Η περίοδος της μεταπολεμικής πληθυσμιακής έκρηξης διαφέρει από χώρα σε χώρα ωστόσο στις ΗΠΑ, όπου η συγκεκριμένη δημογραφική εξέλιξη υπήρξε πιο ισχυρή, υπολογίζεται ότι καλύπτει τα πρώτα είκοσι χρόνια μετά το 1945. Κατά την περίοδο αυτή γεννήθηκαν περίπου 80 εκατομμύρια Αμερικανοί. Οι πρώτοι έχουν ήδη βγει στη σύνταξη. Για τα επόμενα είκοσι χρόνια οι babyboomers θα διογκώσουν τον αριθμό των συνταξιούχων, εξέλιξη η οποία θα οδηγήσει σε μείωση του εργατικού δυναμικού παντού στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Ως συνήθως, ο στατιστικοί μέσοι όροι κρύβουν πολλές φορές ορισμένες αξιοσημείωτες διαφορές οι οποίες υπάρχουν ανάμεσα στα κράτη. Στις πιο πλούσιες χώρες της Ασίας, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν οι πληθυσμοί είναι ήδη γερασμένοι και θα συνεχίσουν να γερνάνε με αμείωτη ταχύτητα. Η Ευρώπη χωρίζεται σε διάφορες κατηγορίες. Η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία, για παράδειγμα, διαθέτουν μικρά οικογενειακά μεγέθη και γερνάνε με γρήγορους ρυθμούς. Αντιθέτως, η Γαλλία, η Βρετανία και οι περισσότερες Σκανδιναβικές χώρες έχουν περισσότερα παιδιά. Στην Ανατολική Ευρώπη και ειδικά τη Ρωσία, ο ρυθμός γεννήσεων είναι πολύ χαμηλός, όμως ταυτόχρονα και το προσδόκιμο ζωής έχει πέσει πολύ. Η Αμερική, χάρη στη σταθερή γεννητικότητα και την υψηλή μετανάστευση, αναμένεται να είναι ακόμα σχετικά νέα μέχρι τα μέσα του 21ου αιώνα.

Οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες δε χρειάζεται ν’ ανησυχούν για την πληθυσμιακή γήρανση. Τουλάχιστον, όχι ακόμα. Παρά το γεγονός ότι οι γεννήσεις έχουν πέσει κατά πολύ, οι πληθυσμοί είναι ακόμα νέοι και θα παραμείνουν έτσι για μερικές ακόμα δεκαετίες, παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες περιοχές το AIDS έχει οδηγήσει στο θάνατο πολλούς οικονομικά ενεργούς ενεργούς ενήλικες. Μακροπρόθεσμα όμως εκτιμάται ότι οι ίδιοι παράγοντες –λιγότερες γεννήσεις και μακροζωία- θα οδηγήσουν και τις αναπτυσσόμενες χώρες στο δρόμο της πληθυσμιακής γήρανσης. Ήδη έχουν 490 εκατομμύρια κατοίκους άνω των 60, αριθμός ο οποίος αναμένεται να τριπλασιαστεί μέχρι το 2050. Δεδομένου ότι οι περισσότερες φτωχές χώρες δε διαθέτουν κράτος πρόνοιας και κανενός είδους κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, θα είναι πολύ δύσκολο να διαχειριστούν αυτά τα μεγέθη.

Η μοναδική από τις αναπτυσσόμενες χώρες που γερνάει γρήγορα είναι η Κίνα. Κυρίως, επειδή τα τελευταία τριάντα χρόνια διατήρησε σφιχτούς περιορισμούς στην αύξηση του πληθυσμού της. Μπορεί να μην κατάφερε να πραγματοποιήσει πλήρως την «πολιτική του ενός παιδιού», όπως είθισται να αποκαλείται - ο μέσος όρος παιδιών ανά γυναίκα στην Κίνα είναι κοντά στο δύο-, όμως οι συγκεκριμένοι περιορισμοί υπήρξαν εξαιρετικά αποτελεσματικοί στο να σταθεροποιηθεί συνολικά ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού. Ως αποτέλεσμα ο πληθυσμός της Κίνας θα φτάσει τα 1,46 δισεκατομμύρια το 2030 και έκτοτε θα αρχίσει να αποκλιμακώνεται σταδιακά. Το πρόβλημα με την Κίνα είναι ότι παρά την κολοσσιαία ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών, απέχει πολύ από το να θεωρείται πλούσια, πράγμα που σημαίνει ότι θα έχει πρόβλημα να απορροφήσει το κόστος που προκαλεί η ραγδαία πληθυσμιακή γήρανση.

Λιγότερα χέρια, σκληρότερη δουλειά

Σύμφωνα με τη μακροοικονομική θεωρία οι χώρες που αντιμετωπίζουν έντονα το φαινόμενο της πληθυσμιακής γήρανσης έχουν αυξημένες πιθανότητες να μπουν σε τροχιά αναιμικής ανάπτυξης σε σύγκριση με άλλες, στην πληθυσμιακή σύνθεση των οποίων κυριαρχούν οι νέοι. Όσο όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι συνταξιοδοτούνται και όλο και λιγότεροι νέοι τους αντικαθιστούν, το εργατικό δυναμικό συρρικνώνεται. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή μειώνεται, εκτός και αν αυξηθεί η παραγωγικότητα με πολύ ταχύτερο ρυθμό. Όμως, αν σκεφτεί κανείς ότι οι εργαζόμενοι στο μέλλον θα είναι κατά μέσο όρο μεγαλύτερης ηλικίας, ίσως πρέπει να περιμένουμε ότι θα είναι και λιγότερο παραγωγικοί.

Στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, ο λόγος εργαζόμενων-συνταξιούχων θα επιδεινωθεί δραματικά εις βάρος των εργαζόμενων μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες. Στην Ιαπωνία για παράδειγμα, η οποία αυτή τη στιγμή διαθέτει 3 εργαζόμενους για κάθε συνταξιούχο –ήδη ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά παγκοσμίως- ο λόγος θα υποδιπλασιαστεί μέχρι το 2050. Πολλοί ισχυρίζονται ότι αυτό δεν είναι πρόβλημα μια και θα είναι λιγότερα τα παιδιά που θέλουν φροντίδα. Η αλήθεια όμως είναι ότι τα παιδιά κοστίζουν λιγότερο από τους ηλικιωμένους και το συνολικό οικονομικό βάρος για την κοινωνία θα είναι μεγαλύτερο σε σχέση με σήμερα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο ΟΟΣΑ υπολόγισε ότι στις επόμενες τρεις δεκαετίες η μείωση του εργατικού δυναμικού που αφορά αποκλειστικά στη διαδικασία της πληθυσμιακής γήρανσης δυνητικά θα μπορούσε να περιορίσει την ανάπτυξη των κρατών μελών του κατά ένα τρίτο σε σύγκριση με τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες.

Η πληθυσμιακή γήρανση θα επηρεάσει επίσης τις χρηματοοικονομικές αγορές. Σύμφωνα με την "υπόθεση κύκλου ζωής για την αποταμίευση " (life cycle savings theory), που ανέπτυξαν οι Franco Modigliani και Richard Brumberg (1950), οι άνθρωποι προσπαθούν να εξομαλύνουν την κατανάλωση στη διάρκεια της ζωής τους, ξοδεύοντας περισσότερο όταν είναι νέοι και ηλικιωμένοι και αποταμιεύοντας περισσότερο στις μέσες ηλικίες. Ως εκ τούτου, όσο οι πληθυσμοί γερνάνε, η συνολική αποταμίευση στην οικονομία μειώνεται, με τα πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία να ρευστοποιούνται. Το γεγονός αυτό έχει κάνει πολλούς να ανησυχούν για το ενδεχόμενο κατάρρευσης των τιμών των πάσης φύσεως assets, δεδομένου ότι πολλοί ίσως σπεύσουν να προβούν σε μαζικές πωλήσεις. Όμως, μια σειρά επιστημονικών ερευνών έχει δείξει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν το σενάριο αυτό. Τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας στις ΗΠΑ πράγματι αποταμιεύουν λιγότερο, όμως στο σύνολό τους όχι πολύ λιγότερο από τους μεσήλικες.

Ο James Poterba, καθηγητής Οικονομίας στο ΜΙΤ, ισχυρίζεται ότι υπάρχουν τρία είδη νοικοκυριών με συνταξιούχους στις ΗΠΑ: α) τα πιο φτωχά, περίπου το ένα τέταρτο του συνόλου, τα οποία θα διατηρήσουν το επίπεδο διαβίωσής τους με τη βοήθεια της Social Security και της Medicare ακόμα και αν έχουν λιγότερες αποταμιεύσεις, β) το πλουσιότερο 10-15% το οποίο έχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και πλούτο και κατά πάσα πιθανότητα δε θα χρειαστεί να προβεί σε ρευστοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων, γ) η μεγάλη πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων η οποία είναι υποχρεωμένη να βασιστεί στις δικές της δυνάμεις για να διατηρήσει το βιοτικό της επίπεδο, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να βασιστεί στις δικές της πενιχρές πολύ συχνά αποταμιεύσεις.

Για τα δημόσια οικονομικά, η πληθυσμιακή γήρανση αποτελεί τεράστιο πονοκέφαλο. Σε χώρες όπου οι δημόσιες συντάξεις αποτελούν τη βασική πηγή εισοδήματος για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, είναι δεδομένο ότι αυτές θα απαιτήσουν μεγαλύτερο ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού ή θα πρέπει να γίνουν λιγότερο γενναιόδωρες, εξέλιξη βέβαια που θα συναντήσει μεγάλη κοινωνική και πολιτική αντίσταση - οι ηλικιωμένοι άλλωστε έχουν την τάση να προσέρχονται μαζικά στις κάλπες σε αντίθεση με τους νέους οι οποίοι είθισται να απέχουν. Οι δαπάνες για την υγεία επίσης, οι οποίες στις περισσότερες χώρες έχουν ήδη εκτοξευτεί σε δυσθεώρητα ύψη, είναι πολύ πιθανό να αυξηθούν με ακόμα πιο γρήγορους ρυθμούς όσο οι ασθενείς μεγαλώνουν σε ηλικία. Δεδομένου ότι αναμένεται να υπάρξει μια τεράστια αύξηση των ατόμων ηλικίας άνω των 80, είναι βέβαιο ότι θα απαιτηθούν περισσότεροι πόροι, και πολύ σκέψη, ώστε να μπορέσουν οι κοινωνίες μας να παράσχουν μακροχρόνια φροντίδα σε όσους την έχουν ανάγκη.

Τι μπορεί να γίνει; Σύμφωνα με το ΔΝΤ οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης καθιστούν ακόμα πιο αναγκαία τη μεταρρύθμιση των συστημάτων συντάξεων και υγείας. Οι κάτοικοι των πιο πλούσιων χωρών πρέπει να αποθαρρυνθούν από την ιδέα ότι οι κρατικές συντάξεις θα γίνονται όλο και πιο γενναιόδωρες με την πάροδο του χρόνου και η κρατικά παρεχόμενη υγεία περισσότερο περιεκτική. Δεδομένου ότι όλοι ζουν περισσότερο, στην πλειονότητά τους σε καλή κατάσταση υγείας, θα πρέπει να αποδεχτούν να δουλεύουν και περισσότερο, και οι συντάξεις τους να είναι μικρότερες.

Τίθεται τελικά ένα ερώτημα: η κρίση θα ενθαρρύνει τις όποιες αλλαγές ή θα τις καταστήσει πιο δύσκολες; Όσοι αισθάνονται μη προνομιούχοι, πολύ φυσιολογικά θα σκεφτούν ότι η κυβέρνηση οφείλει να πράξει περισσότερα για την ευημερία τους και όχι λιγότερα. Από την άλλη μεριά πολλοί ισχυρίζονται ότι μια και τα πάντα βρίσκονται υπό αναθεώρηση, οι όποιες αλλαγές ίσως είναι πολύ πιο εύκολο να προωθηθούν. Αναφέρονται δε τακτικά σε μία φράση του Ομπάμα «ποτέ μην αφήνεις μια καλή κρίση να πάει χαμένη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου