Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Πώς ο άνθρωπος έχασε τον ελεύθερο χρόνο του

Παπαγγελής Θ, http://www.tovima.gr/

Δεν είναι γνωστό πόσο ελεύθερο χρόνο είχαν οι πεντακοσιομέδιμνοι (τουτέστιν, τα εισοδηματικά «ρετιρέ») της αρχαίας Αθήνας, ξέρουμε όμως ότι οι ρωμαίοι πατρίκιοι είχαν τουλάχιστον δύο εξοχικά όπου αποσύρονταν συχνά για αναψυχή, πνευματική αυτοσυγκέντρωση ή, αναλόγως, όργια. Αλλωστε η ρωμαϊκή άρχουσα τάξη ήταν αυτή που θεωρητικοποίησε συστηματικά το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου και της χρήσης του και έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στις πρακτικές υποχρεώσεις της καθημερινότητας και της δημόσιας ζωής από τη μια μεριά (negotium) και στην ελεύθερη από τέτοιες δεσμεύσεις ιδιώτευση από την άλλη (otium).
Με την ίδια έννοια, οι μεσαιωνικοί φεουδάρχες είχαν όλον τον ελεύθερο χρόνο που έλειπε από τους δουλοπάροικους· και αργότερα οι τυχεροί του ευρωπαϊκού ancien regime διακρίνονταν από το εύρος της σχόλης που είχαν την πολυτέλεια να απολαμβάνουν για να καταγραφούν τελικά στην ιστορία ακριβώς ως «σχολάζουσες τάξεις» (leisured classes).
Πολύ πριν οι ανερχόμενοι «γιάπις» της αστικής επανάστασης καταλήξουν στο βουλιμικό και αγχωτικό αξίωμα ότι ο χρόνος είναι χρήμα, οι εξ αίματος και αγχιστείας αριστοκράτες έκαναν ιππασία ή έπαιζαν γκολφ με την κληρονομική βεβαιότητα ότι χρήμα ίσον (ελεύθερος) χρόνος. Μέχρι σχετικά πρόσφατα οι «κυανές ακτές» δεν διέθεταν τουριστική θέση για τα «μπάνια του λαού» και τα ελβετικά «σαλέ» ήταν φιλόξενα μόνο για δύο είδη πελατών, τα τρανά τζάκια και τα μεγάλα πορτοφόλια. Το βιοθεωρητικό μανιφέστο των «χίπις» της δεκαετίας του '60 έκανε ειδική αναφορά στο ζήτημα του ελεύθερου χρόνου με το επιχείρημα ότι ο κόσμος διέθετε τόση αφθονία αγαθών όσην ακριβώς χρειαζόταν για να χαλαρώσει αμέριμνος στους ρυθμούς μιας «κατά φύσιν» νωχέλειας. Αλλά βέβαια η «γενιά των λουλουδιών» ήταν, για τους δικούς της λόγους, αποφασισμένη να λησμονεί την πραγματικότητα για χάρη της ουτοπίας· γιατί μέχρι τότε κανείς δεν είχε τολμήσει να αμφισβητήσει την παμπάλαιη πραγματικότητα που μόλις σκιαγραφήσαμε ­ ότι δηλαδή η κατοχή του ελεύθερου χρόνου, για να διασκευάσουμε την αθλητικογραφική φόρμουλα, ήταν πάντα 70 ή 80 τοις εκατό τουλάχιστον υπέρ της ομάδας των εχόντων και κατεχόντων.
Εγκυρες πηγές μάς προειδοποιούν τώρα ότι επέστη ο καιρός που θα έρθουν τα πάνω κάτω. Ενας χαλκέντερος βρετανός ερευνητής μελετά εδώ και πολύ καιρό 120.000 προσωπικά ημερολόγια που καταγράφουν, από τη δεκαετία του '60 μέχρι σήμερα, την καθημερινότητα ευρύτατου δείγματος ατόμων από ανεπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου. Το πόρισμα είναι τόσο ενδιαφέρον όσο είναι και παράδοξο: δεν είναι πλέον οι πλούσιοι και ισχυροί που διαθέτουν ελεύθερο χρόνο αλλά οι οικονομικά ασθενέστερες τάξεις και, φυσικά, οι άνεργοι. Μπορεί ο χρόνος να είναι ακόμη χρήμα, αλλά φαίνεται ότι στην εκκίνηση του νέου αιώνα η αντίστροφη εξίσωση δεν έχει μέλλον ­ όχι, το χρήμα δεν είναι πια χρόνος. Ο νέος λογότυπος στον θυρεό των εχόντων είναι «δεν μου λείπει τίποτε εκτός από τον χρόνο», και ο κοινωνιολογικός κωδικός της νέας φτώχειας που αρχίζει ήδη να μαστίζει τα δύο περίπου τρίτα του πληθυσμού στην αναπτυγμένη Δύση είναι διεθνώς γνωστός ως «time poverty».
Οι εν λόγω νεόπτωχοι βιώνουν μια τραγική ειρωνεία καθώς συνειδητοποιούν ότι τα πρώτα συμπτώματα της πενίας τους εμφανίστηκαν μαζί με τις νέες τεχνολογίες που τους υπόσχονταν ακριβώς εξοικονόμηση χρόνου. Αλλά φαίνεται ότι οι τεχνολογίες παίρνουν με το ένα χέρι τον ελεύθερο χρόνο που δίνουν με το άλλο. Από την άποψη αυτή, οι μεγιστάνες των μεγάλων μπίζνες που γίνονται όλο και πιο μεγάλες με τις ευλογίες της τεχνολογίας βρίσκονται σαφώς κάτω από το όριο της φτώχειας: το υπόλοιπο χρόνου μετά την αφαίρεση του «breakfast meeting», της τηλεδιάσκεψης, του «e-mail» και του «lap top» είναι απλώς μια στιγμιαία ανακωχή όπου χωράει μόνο μια μερίδα «fast food». Στο νέο παγκοσμιοποιούμενο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον η τεχνολογία διευκολύνει την «υπερκινητικότητα» (hypermobility) και η υπερκινητικότητα σφετερίζεται τον ελεύθερο χρόνο. Τα κινητά, που μοιάζει να είναι πια περισσότερα από τους μικροοργανισμούς, χτυπούν ασταμάτητα, αδιάκριτα και επίμονα απαγορεύοντας και τον πιο ολιγόλεπτο ρεμβασμό, κατακερματίζοντας τα πέντε αθώα λεπτά μιας ανώδυνης και χαλαρής συνομιλίας.
Το περιοδικό «Management Today» δημοσίευσε πρόσφατα αποδείξεις για του λόγου το αληθές: μόνον ένας στους τρεις προνομιούχους της νέας οικονομικής τάξης πραγμάτων έχει χρόνο για να ξοδέψει τα χρήματα που κερδίζει· μόνο ένας στους δύο καταφέρνει να υποκλέψει χρόνο για τις προσωπικές του σχέσεις· και σχεδόν κανένας δεν έχει χρόνο για «μυθιστορηματικούς ποταμούς» a la Balzàc και Proust. Από τα ημερολόγια του βρετανού ερευνητή προκύπτει με σαφήνεια ότι τα παντρεμένα ζευγάρια αφιερώνουν κατά μέσο όρο μόνο μισή ώρα στη συναισθηματική «συντήρηση» της γαμήλιας μηχανής· και τα τέκνα τους φαίνεται να πάσχουν από συγγενή χρονοπενία, καθώς στροβιλίζονται απνευστί ανάμεσα σε σχολικές και φροντιστηριακές αίθουσες, μεταξύ ξενόγλωσσου ινστιτούτου και ωδείου ή χοροδιδασκαλείου.
Στις νέες συνθήκες ο ελεύθερος χρόνος, που παλιότερα ήταν συνάρτηση της προσωπικής βιοθεωρίας, ενδέχεται να γίνει απλώς αντικείμενο στατιστικής ανάλυσης και να περιέλθει τελικά στη δικαιοδοσία του «μάνατζμεντ». Ή μήπως περιήλθε ήδη; Η τεχνική ορολογία που χρησιμοποιούν οι σχετικές μελέτες δικαιολογεί κάτι περισσότερο από ανατριχίλα: ο (κοινώς λεγόμενος) «ελεύθερος χρόνος» ορίζεται τώρα ως «μη δομημένος χρόνος» (unstructured time) και η χρήση του εμπίπτει στο νέο επιστητό της «χρονοδιαχείρισης» (time management). Η τεχνοκρατική ρητορική θεριεύει, το ανθρωπολογικό περιεχόμενο στερεύει. Οσονούπω στην Αμερική ο προσωπικός χρονοδιαχειριστής θα «δομεί» τα πενιχρά υπολείμματα της σχόλης για τους ενδιαφερομένους και πριν από τους ενδιαφερομένους.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να γράψεις την ιστορία της ανθρωπότητας· και επειδή δεν είναι ώρα για πολύτομες βαθυστόχαστες μελέτες, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί μια εμπορικότερη διάρθρωση: εν αρχή, στο μακρινό ηρωικό μας παρελθόν, ήταν το «κάντε πόλεμο, όχι έρωτα»· ακολούθησε το «κάντε έρωτα όχι πόλεμο»· πιο πρόσφατα προτιμήσαμε να κάνουμε χρήματα, όχι έρωτα· ίσως στο άμεσο μέλλον χρειαστεί να ξαναδιεκδικήσουμε τον χαμένο ελεύθερο χρόνο που αρχίσαμε να χάνουμε αφότου κάναμε χρήματα. Με ποιον τρόπο; Αν δεν εμπιστεύεστε το «time management» εμπιστευθείτε τους αυτοματισμούς της καταναλωτικής μας κουλτούρας. Οταν διαπιστωθεί ότι οι ευκατάστατοι χρονοπένητες δεν διαθέτουν πια αρκετό χρόνο για να καταναλώσουν αγαθά και υπηρεσίες, το πρόβλημα κατά πάσα πιθανότητα θα λυθεί ­ έστω μόνο και μόνο για να μπορεί να ξαναδημιουργηθεί. Για τα υπόλοιπα συνιστάται απευθείας σύνδεση με τον καθηγητή J. Gershuny. Τα 120.000 ημερολόγια που λέγαμε γίνονται ήδη ένα βιβλίο με τίτλο «Changing Times»· και θα μπορούμε να το διαβάσουμε ήδη από τον επόμενο μήνα ­ αν μας μένει ελεύθερος χρόνος.
Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου