Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Γλωσσικές Ποικιλίες / Ποικιλίες της γλώσσας

1.5  Οι ποικιλίες της γλώσσας / γλωσσική πολυμορφία
Από το βιβλίο "Νεοελληνική Γλώσσα - Το γνωστικό αντικείμενο", Βασίλης Πρασσάς, Εκδόσεις Κοκοτσάκης 

Ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά μιας γλωσσικής κοινότητας είναι η γλωσσική πολυμορφία/ετερογένεια, η ύπαρξη δηλαδή διαφορετικών γλωσσικών ποικιλιών, των οποίων φορείς και φυσικοί ομιλητές αποτελούν τα διάφορα μέλη αυτής της κοινότητας. Και αυτό είναι εύλογο αν λάβει κανείς υπόψη του την ευρύτερη κοινωνική αλλά και εθνοπολιτισμική ετερογένεια, την οποία η γλώσσα ως κοινωνικοψυχολογικό φαινόμενο ανακλά, εκφράζει και υπηρετεί.

Δίπλα, λοιπόν, στην «επίσημη»-κοινή γλώσσα που οι μηχανισμοί εξουσίας επιβάλλουν, υπάρχουν πολλές επιμέρους γλωσσικές ποικιλίες, διαφορετικοί γλωσσικοί κώδικες, που χρησιμοποιούν διαφορετικές ομάδες ομιλητών-μελών της ίδιας γλωσσικής κοινότητας.
(Κοινή γλώσσα ή κοινολεκτούμενη ή κοινόλεκτος: είναι η γλώσσα που μιλιέται σε μια χώρα από όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είναι φυσικοί ομιλητές διαφορετικών γλωσσικών ποικιλιών, και αποτελεί την επίσημη γλώσσα, αλλά και τη γλώσσα-στόχο τού κράτους, όπως είναι η για παράδειγμα Κοινή Νεοελληνική).

Η γλωσσική αυτή πολυμορφία εκφράζεται με τις εξής γλωσσικές ποικιλίες:

Ø      Γεωγραφικές γλωσσικές ποικιλίες (οριζόντια διαίρεση: το άνοιγμα και η διαφοροποίηση της γλώσσας μέσα στο χώρο). Πρόκειται για γλωσσικά μορφώματα που γεννιούνται και καλλιεργούνται μέσα στο πλαίσιο της γεωγραφικής καταγωγής των ομιλητών, οι οποίοι για ποικίλους λόγους (γεωγραφικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς κ.λπ.) αναπτύσσουν ιδιόμορφους γλωσσικούς κώδικες, που αποκλίνουν άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο από την επίσημη-κοινή εθνική γλώσσα. Τέτοιες γεωγραφικές γλωσσικές ποικιλίες είναι:

·         Τα ιδιώματα (ή ντοπιολαλιά). Πρόκειται για τις γεωγραφικές γλωσσικές ποικιλίες που διαφοροποιούνται και αποκλίνουν μεν από την κοινή γλώσσα, αλλά μπορούν να γίνουν κατανοητές από τους ομιλητές της κοινής γλώσσας. Παίρνουν το όνομά τους από τις περιοχές όπου απαντιούνται και, ανάλογα με τις ομοιότητες και τις διαφορές τους, ομαδοποιούνται στα λεγόμενα βόρεια ιδιώματα (θρακιώτικα, μακεδονικά, ηπειρωτικά, θεσσαλικά, στερεοελλαδίτικα κ.λπ.), στα νότια (πελοποννησιακά, κρητικά κ.λπ.), στα ανατολικά (κυπριακά, χιώτικα κ.λπ.) και στα δυτικά (επτανησιώτικα, κρητοκυκλαδικά κ.λπ.).

·         Οι διάλεκτοι. Πρόκειται για τις γεωγραφικές γλωσσικές ποικιλίες που εμφανίζουν έντονες αποκλίσεις από την κοινή γλώσσα σε όλα τα επίπεδα (επίπεδο προφοράς, λεξιλογίου και γραμματικοσυντακτικής δομής) και σε βαθμό τέτοιο που οι ομιλητές αυτών να μη γίνονται εύκολα κατανοητοί από τους ομιλητές της κοινής γλώσσας. Τέτοιες διάλεκτοι στην αρχαία Ελλάδα ήταν η δωρική, η ιωνική και η αττική, ενώ στη νεότερη Ελλάδα η τσακωνική, κατωιταλική, καππαδοκική και ποντιακή (καταχρηστικώς πολλές φορές χαρακτηρίζονται ως διάλεκτοι η κυπριακή και η κρητική). Μια διάλεκτος συνήθως δηλώνει μια μείζονα γεωγραφική διαφοροποίηση και περιλαμβάνει περισσότερα ιδιώματα.

Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα στις μέρες μας σταδιακά ατονούν, έως και ατροφούν, για πολλούς και ποικίλους λόγους, είτε λόγω του ότι εκλείπουν παράγοντες που τα γέννησαν και τα έθρεψαν (π.χ. η γεωγραφική απόσταση και απομόνωση, τα «κλειστά» συστήματα κοινωνικοπολιτισμικής δόμησης, η ομοιογένεια των πληθυσμών τους κ.λπ.), είτε λόγω της «εξουσίας» που ασκεί πάνω τους η επίσημη-κοινή γλώσσα.

Ø      Κοινωνικές γλωσσικές ποικιλίες ή κοινωνιόλεκτοι (κάθετη διαίρεση). Πρόκειται για τις γλωσσικές ποικιλίες που χρησιμοποιούν οι διάφορες κοινωνικές ομάδες, οι «εσωτερικοί κώδικες επικοινωνίας» που αναπτύσσουν για να συνεννοούνται άμεσα, για να διαφοροποιούνται, για να ξεχωρίζουν, για να επιβάλλονται κ.λπ.. Οι ποικιλίες αυτές διαμορφώνουν ένα συγκεκριμένο ύφος λόγου που εξαρτάται από:

·         Την κοινωνική τάξη-καταγωγή. Διαφορετική για παράδειγμα είναι η χρήση της γλώσσας από τους εκπροσώπους των ανώτερων-προνομιούχων τάξεων (πιο επίσημη, επιτηδευμένη, τυπική, σοβαρή, επιβλητική κ.λπ.) από την αντίστοιχη των κατώτερων κοινωνικά στρωμάτων, που χρησιμοποιούν ένα λόγο απλό, λιτό, ανεπιτήδευτο, περισσότερο στα όρια της προφορικής λαλιάς κ.λπ..

·         Την ηλικία. Π.χ. ο λόγος των νέων διαφέρει από το λόγο των μεγάλων, είναι ένας λόγος άμεσος, απλοϊκός, ανεπίσημος, συχνά αντικονφορμιστικός, αντίθετος δηλαδή με τις γλωσσικές νόρμες που ο λόγος των μεγάλων προσπαθεί να επιβάλλει, κ.λπ..

·         Τη μόρφωση. Διαφορετική π.χ. είναι η γλώσσα των ατόμων που είναι φορείς της λεγόμενης ακαδημαϊκής μόρφωσης (γλώσσα ακαδημαϊκή, επίσημη, με πολλά «στολίδια», κ.λπ.), από τη γλώσσα των ατόμων που δεν έλαβαν αντίστοιχη μόρφωση…

·         Το φύλο. Π.χ. ο λόγος των ανδρών, λόγω των κοινωνικών στερεοτύπων που επέβαλαν οι ανδροκρατούμενες κοινωνίες είναι πιο αυστηρός, πιο αυταρχικός, πιο επιβλητικός, κ.λπ., ενώ ο λόγος των γυναικών πιο εσωτερικός, πιο συναισθηματικός κ.λπ..

·         Το επάγγελμα. Η διαφοροποίηση καθορίζεται με βάση την ορολογία που κατά βάση αναπτύσσεται στα διάφορα επαγγέλματα. Οι γλωσσικές αυτές ποικιλίες συνδέονται με τον καταμερισμό της κοινωνικής/επαγγελματικής δραστηριότητας, ομιλούνται από διάφορες επαγγελματικές ομάδες, π.χ. των γιατρών, των μηχανικών κ.λπ. και ονομάζονται και ειδικές γλώσσες.

·         Την ιδεολογία. Κριτήριο στην περίπτωση αυτή αποτελεί το ιδεολογικό πλαίσιο της γλώσσας, π.χ. το πολιτικό πλαίσιο, το θρησκευτικό, φιλοσοφικό κ.λπ..

·         Κ.λπ..

Ø      Γλωσσικές ποικιλίες που χρησιμοποιούνται από ανθρώπους που είναι φορείς και φυσικοί ομιλητές μιας άλλης γλώσσας πέραν της εθνικής που μιλά η γλωσσική κοινότητα. Η εθνική τότε γλώσσα (γλώσσα-στόχος προς εκμάθηση) αποτελεί γι’ αυτούς ξένη ή δεύτερη γλώσσα και ως εκ τούτου η χρήση της διαφοροποιείται από τους ομιλητές των οποίων αποτελεί μητρική γλώσσα.

Ø      Ατομικές ή υφολογικές γλωσσικές ποικιλίες. Πρόκειται για το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί ο καθένας τη γλώσσα, ως γνώση και ως πράξη. Το σύνολο δηλαδή των ιδιαίτερων γλωσσικών στοιχείων που συνθέτουν τον προσωπικό τρόπο έκφρασης ενός ατόμου και που ονομάζεται ιδιόλεκτος. Η διαφορετική αυτή χρήση της γλώσσας συνδέεται τόσο με τον τρόπο που ο καθένας αναπτύσσει και καλλιεργεί τα γλωσσικά του εργαλεία όσο και με την επικοινωνιακή περίσταση. Η γλώσσα, δηλαδή, που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι εξαρτάται άμεσα, σε επίπεδο κυρίως υφολογικό, από την περίσταση κατά την οποία εκφράζονται, δηλαδή από το ποιος μιλάει, σε ποιον, για ποιο σκοπό, με ποιο θέμα, πού, πότε, πώς κ.λπ.. Ο ίδιος μάλιστα ομιλητής χρησιμοποιεί διαφορετικές γλωσσικές ποικιλίες σε διαφορετικές κοινωνικές περιστάσεις και με διαφορετικές επιδιώξεις. Αυτή ακριβώς είναι και η θεμελιώδης αρχή στην οποία στηρίζεται η γλωσσολογία και πρέπει και η εκπαίδευση να θέτει.


Ø      Άλλες χρήσιμες έννοιες:

·         Ιδιωματισμός: είναι κάθε γλωσσικό στοιχείο (φωνητικό, γραμματικό, συντακτικό, λεξιλογικό) που αναφέρεται σε γλωσσικό ιδίωμα ή διάλεκτο και το οποίο είναι άγνωστο-δεν απαντιέται στην κοινή. Π.χ. «με δίνει»: συντακτικός ιδιωματισμός των βορείων ιδιωμάτων της Ελληνικής, αντί του κοινού «μου δίνει».

·         Ιδιωτισμός: κάθε λεξιλογική φράση της κοινής Ελληνικής, που αποτελεί ιδιαίτερη έκφραση, με ξεχωριστή και μεταφορική σημασία, π.χ. «σπάω πλάκα μαζί του». 

Ø      Χρήσιμες διευκρινίσεις:

·           Όλες αυτές οι γλωσσικές ποικιλίες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν τη γλώσσα, αλλά το αντίθετο, την ενισχύουν και την εμπλουτίζουν, αφού αποτελούν τεκμήρια της ζωντάνιας και του πλούτου της. Η γλώσσα, δηλαδή, δεν είναι μια στατική και αμετάβλητη στο χώρο, το χρόνο και την περίσταση οντότητα, αλλά μια δυναμικά εξελισσόμενη και μεταβαλλόμενη οντότητα, που δύναται να ενσαρκώνει και να εκφράζει τις ποικίλες και διαφορετικές δυναμικές που αναπτύσσονται σε μια κοινωνία.

·           Η χρήση αυτών των ποικιλιών από τους ανθρώπους, π.χ. από τους μαθητές, δεν είναι και δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί και να αξιολογηθεί ως «γλωσσικό λάθος». Και τούτο διότι σύμφωνα με τη  κοινωνιογλωσσολογία, αφενός «σωστό» είναι αυτό που λέει η γλωσσική κοινότητα και αφετέρου το νόημα στη γλώσσα δεν το δίνουν οι λέξεις ούτε η σύνταξη, αλλά εξαρτάται αποκλειστικά από την περίσταση επικοινωνίας, εξαρτάται δηλαδή από το χειρισμό της γλώσσας από μέρους του ομιλητή μέσα στην κάθε φορά διαφορετική περίσταση επικοινωνίας, ανάλογα με τον επικοινωνιακό στόχο. Συνεπώς από επιστημονική άποψη δεν υπάρχει «σωστό και λάθος». Η αντίληψη περί «σωστής χρήσης της γλώσσας» αποτελεί μια τεχνητή κατασκευή, ένα κοινωνικό πρότυπο προσαρμογής στον τρόπο ομιλίας που επιβάλλει η «πρότυπη» γλώσσα, έτσι ώστε οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτή να χαρακτηρίζεται ως «γλωσσικό λάθος» (π.χ. η σύνταξη «σε λέω» θεωρείται λαθεμένη, διότι ή πρότυπη γλώσσα επιβάλλει τη σύνταξη «σου λέω») και η μεταφορά στοιχείων από τη φυσική γλώσσα τού ομιλητή (γλωσσικές ποικιλίες) να αξιολογείται ως «γλωσσική αδυναμία» και «γλωσσικό μειονέκτημα» αυτού.
Ο εκπαιδευτικός, λοιπόν, δεν πρέπει να πέσει στην παγίδα αυτής της τεχνητής κατασκευής και να αποθαρρύνει ή πολύ περισσότερο να αξιολογεί αρνητικά τους μαθητές που χρησιμοποιούν στοιχεία από τις γλωσσικές τους ποικιλίες, των οποίων είναι φυσικοί ομιλητές. Διότι στην περίπτωση αυτή τους οδηγεί: α) σε «αυτολογοκρισία» και σε προσπάθεια, συνειδητή ή μη, αποποίησης της φυσικής τους γλώσσας και αποστήθισης της πρότυπης γλώσσας του σχολείου, γεγονός που προκαλεί γλωσσική και νοητική σύγχυση και β) σε άρνηση συμμόρφωσης και σε άμεση ρήξη με το επιβαλλόμενο γλωσσικό μοντέλο, το οποίο συγκρούεται με αυτό που οι γλωσσολόγοι αποκαλούν «γλωσσικό εγώ», και κατ’ επέκταση σε άρνηση προς το γενικότερο αγαθό της εκπαίδευσης.
Απεναντίας, οφείλει να ενθαρρύνει τη χρήση αυτών των γλωσσικών ποικιλιών, διότι τότε καλλιεργεί και αξιοποιεί την «κοινή υποκείμενη γλωσσική ικανότητα» του μαθητή (το σύνολο δηλαδή των γλωσσικών και νοητικών φορτίων, που φέρει ο κάθε μαθητής από τη γλώσσα που έμαθε να μιλά), η οποία αποτελεί το προϋπάρχον γλωσσικό και νοητικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα δομηθεί η νέα γνώση και η μάθηση. Ενώ, όσον αφορά στο θέμα της απόκλισης από τους κώδικες της πρότυπης σχολικής γλώσσας, θα πρέπει αυτή η απόκλιση να θεωρείται όχι ως «λάθος», αλλά ως απόρροια ενός ατομικού μηχανισμού μεταφοράς γλωσσικών στοιχείων από τη γλώσσα που κατέχει ο μαθητής καλά στη γλώσσα-στόχο του σχολείου, με σκοπό να καλύψει τα κενά-ελλείμματα που έχει στη δεύτερη. Άρα, οι αποκλίσεις αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μέσο εκμάθησης και όχι καταδίκης, έτσι ώστε η πρόοδος του μαθητή να προκύπτει από την αναδόμηση του εσωτερικού του συστήματος, μέσω της κατηγοριοποίησης και συνειδητοποίησης αυτών των «αποκλίσεων», ανάλογα με τις εκάστοτε επικοινωνιακές περιστάσεις.  

      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου