Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Η τέχνη «σύμμαχος» στο καινοτόμο σχολείο

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Ο σύγχρονος χορός εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια στα σχολεία, δειλά, περιστασιακά, μερικές φορές και στρεβλά χωρίς να ακολουθείται το «παιδαγωγικό» πλαίσιο, που θα πρέπει να συνοδεύει όλες τις μαθητικές δραστηριότητες. Και αυτό συμβαίνει γιατί η ανάγκη έκφρασης των παιδιών μέσα από μια παραστατική τέχνη, και ειδικότερα της τέχνης που πρωταγωνιστεί το σώμα τους, τους ωθεί σε μια ανάλογη δραστηριότητα, όπου τις περισσότερες φορές στήνεται βεβιασμένα, χωρίς ξεκάθαρο σκοπό, με έλλειψη αισθητικών κριτηρίων, και δυστυχώς ακόμα και με την παντελή απουσία ενός δασκάλου-παιδαγωγού, που θα εμπνεύσει, που θα δημιουργήσει ασφάλεια, που θα εξασφαλίσει την έκφραση, την αναγνώριση και την ικανοποίηση, για όλα τα μέλη της ομάδας.

Παρόλα αυτά δεν μπορώ να μην εκθειάσω ιδιαίτερα όλα εκείνα τα παιδιά που με δύναμη ψυχής, μοναχικά, ανέβηκαν το ανηφορικό δρόμο μιας ομάδας με σκοπό τη θέαση, κάνοντας στην άκρη την ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως επίσης και εκείνους τους συναδέλφους εκπαιδευτικούς, που με περισσή παρρησία, έφεραν την τέχνη του χορού στο σχολείο τους. Έδωσαν την ευκαιρία στους μαθητές τους να εκφραστούν μέσω αυτής, με ευαισθησία και υψηλούς αισθητικούς όρους. Και επειδή το μέλλον δεν μπορούμε να μην το δούμε ελπιδοφόρα, ότι ακολουθεί, αφιερώνεται σε εκείνους που θα επιχειρήσουν, σε εκείνους που θα συμβάλλον ουσιαστικά, ώστε οι μαθητές τους να αποκτήσουν μια άλλη ματιά για τον κόσμο. Που θα νοιώσουν το σώμα τους ως ένα όργανο επικοινωνίας με απεριόριστες δυνατότητες.

Σκοπός λοιπόν αυτού του βιβλίου είναι να αποτελέσει ένα πρακτικό βοήθημα για εκπαιδευτικούς και εμψυχωτές που καθοδηγούν ομάδες θεάτρου και χορού. Που σκοπό έχουν να κινητοποιήσουν τα σώματα, αποκτώντας έτσι μια σπουδαία δυναμική έκφρασης στις ομάδες τους.

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Το βιβλίο αυτό επίσης, θα επιχειρήσει να βάλει μια τέχνη δίπλα στους μαθητές, διεξοδικά και με σαφήνεια, με τέτοιο τρόπο ώστε οι δάσκαλοι-καθηγητές που θα τους αναλάβουν να τους καθοδηγήσουν, να αισθάνονται λιγότερες ανασφάλειες και να έχουν ερωτηματικά. Για αυτό και πιστεύω ότι θα πρέπει να θέσουμε αρχικά το ερώτημα.

Γιατί οι τέχνες στην εκπαίδευση;

Πολλά χρόνια τώρα έχει τεθεί αυτό το ερώτημα σε ημερίδες και συνέδρια που απασχολήθηκαν με θέματα παιδείας και προγραμμάτων εκπαίδευσης. Ζύμωση απόψεων υπήρξε. Τη θετική επιρροή των τεχνών στους μαθητές μας, την αναγνώρισαν οι περισσότεροι. Διαπίστωνες ότι αυτοί που επικεντρωνόντουσαν περισσότερο στο φόβο ότι ίσως χανόταν πολύτιμος χρόνος από το ήδη παραφορτωμένο πρόγραμμα των μαθητών, δεν δεχόντουσαν να αναπροσδιοριστεί άμεσα αυτό το σκληρό και απρόσωπο πρόγραμμα σπουδών. Και ήταν βέβαια στην καθολική τους πλειοψηφία, εκπαιδευτικοί που δεν ασχολήθηκαν ποτέ με καμία άλλη δραστηριότητα μέσα στο σχολείο εκτός από το γνωστικό τους αντικείμενο. Δεν είχαν νοιώσει ποτέ την δημιουργικότητα, την κριτική σκέψη, το ελεύθερο πνεύμα και την δημοκρατία που αναπτύσσονται με τις εφαρμογές των τεχνών. Ήταν συνήθως αυτοί που δεν ήθελαν να ασχοληθούν, ή δεν μπορούσαν. Ξεκινώντας ένα διάλογο για τις τέχνες στην εκπαίδευση, ένα διάλογο που θέλουμε τα αποτελέσματά του να είναι άμεσα εφαρμόσιμα, χωρίς άλλες αναβολές και πισωγυρίσματα, θα πρέπει να έχουμε τουλάχιστον μια ξεκάθαρη βάση.

Θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι μετά τους γονείς, εμείς οι δάσκαλοι, έχουμε το μεγάλο χρέος να μεταλαμπαδεύσουμε στα παιδιά την ιδέα της αγάπης, της μοναδικότητας, της χαράς για την γνώση και την δημιουργία. Μόνο έτσι θα έχουμε την τιμή να συμβάλλουμε στο χτίσιμο μιας αυριανής κοινωνίας η οποία θα απαρτίζεται από καλύτερους, πιο ανοιχτόμυαλους, πιο ολοκληρωμένους και πιο πολύπλευρους ανθρώπους. Προσωπικότητες γεμάτες αυτοπεποίθηση, θάρρος και σεβασμό στην μοναδικότητά τους.

Η τέχνη είναι εργαλείο εκπαίδευσης, και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να οραματίζονται ένα «διαφορετικό-καινοτόμο σχολείο» ώστε η απερχόμενη γενιά να μπορέσει να συγχωρήσει τα λάθη αυτής της γενιάς.

Ο Πλάτων, ως ιδρυτής της πρώτης ακαδημίας, ήταν ο πρώτος διευθυντής εκπαιδευτικού ιδρύματος στο δυτικό κόσμο. Του άρεσαν το παιχνίδι και οι τέχνες για τα μικρά παιδιά – μέχρι ενός σημείου όμως.

Όταν τα παιδιά αναπτύσσονται μέσα από τα παιχνίδια τους και τη μουσική, θα δεχτούν στην ψυχή τους απ’ αυτήν την ηλικία την αγάπη για τους νόμους. Η αγάπη αυτή θα αναπτύσσεται μαζί τους, ώστε αν σε ορισμένους τομείς η πόλη βρεθεί σε κατάπτωση, να είναι σε θέση τα παιδιά να την επαναφέρουν από αυτή την κατάπτωση.

Ας ρίξουμε μια ματιά στη δυτική εκπαίδευση. Πριν πάνε τα παιδιά στο σχολείο, έχουν ήδη μάθει πολλά πράγματα από τους γονείς τους, την οικογένεια τους, τους φίλους τους. Ας δούμε πως μαθαίνουν τα παιδιά:

Με τα μυαλό, το σώμα, όλες τις αισθήσεις και τα συναισθήματα να συνεργάζονται.
Μέσα από την εξερεύνηση και το πείραμα, τη δοκιμή και την αποτυχία.
Διακινδυνεύοντας. Κάνοντας κάτι λάθος την πρώτη φορά, μαθαίνουν ώστε να το κάνουν σωστά την επόμενη.
Μέσα από δημιουργικά άλματα και χιούμορ, παίζοντας με αντιπαραθέσεις.
Χτίζοντας πάνω σε ότι είναι ήδη γνωστό.
Μέσα από την αντιγραφή –μαθαίνοντας από όλους γύρω τους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι συνομήλικοι και όσοι παίζουν μαζί, η τηλεόραση, οι άνθρωποι που βλέπουν και συναντούν, το περιβάλλον τους.
Ανακαλύπτοντας μαζί τον έξω κόσμο, μέσα από κοινωνικές σχέσεις, προσωπικά συναισθήματα και εντυπώσεις.
Πάνω από όλα με το παιχνίδι και την τέχνη- το μουσικό, το γλωσσικό, το σχεδιαστικό, το χορευτικό και θεατρικό παιχνίδι.
Όταν γίνουν περίπου πέντε χρονών, παίρνουμε τα παιδιά και τα πετάμε για την μισή περίπου ζωή τους σε μέρη που τα λέμε σχολεία, όπου:

Αφήνουμε το παιχνίδι στην αυλή.
Εστιάζουμε στο μυαλό και απαγορεύουμε τα συναισθήματα.
Περιορίζουμε ή απαγορεύουμε την κίνηση και την σωματική έκφραση.
Περιορίζουμε ή απαγορεύουμε τη γλωσσική έκφραση.
Περιορίζουμε ή απαγορεύουμε την κοινωνική αλληλεπίδραση.
Αντικαθιστούμε το φυσικό τους περιβάλλον με ένα δωμάτιο που έχει εξειδικευμένο προσωπικό και κλειστές πόρτες και ονομάζεται «τάξη».
Αντικαθιστούμε την εξερεύνηση με το αναλυτικό πρόγραμμα.
Αντικαθιστούμε τους συντρόφους στο παιχνίδι με την τηλεόραση και τους οικείους με λίγους ξένους ενήλικους, που ονομάζονται «δάσκαλοι».
Αντικαθιστούμε τη δοκιμή και την αποτυχία με τις σωστές απαντήσεις.
Αντικαθιστούμε τη συγκίνηση του κινδύνου χωρίς επιπτώσεις, με τις ποινές για την αποτυχία.
Αποθαρρύνουμε τα δημιουργικά άλματα, τη φαντασία και τα αστεία.
Μεταφέρουμε τη γνώση ως κάτι «καινούργιο» χωρίς να χτίζουμε πάνω στην ήδη υπάρχουσα.
Περιθωριοποιούμε τις τέχνες.
Φυσικά όλες αυτές οι παραδοξότητες δεν έχουν καμία σχέση με την εκπαίδευση για τη ζωή, αλλά έχουν το σκοπό τους, τον ίδιο που είχαν όταν επινοήθηκαν για τις ανάγκες της βιομηχανίας του 19ου αιώνα να δημιουργήσουν μια επαρκή εργατική τάξη, και μια δουλοπρεπή, υποχωρητική μάζα. Ας υποθέσουμε ότι πηγαίνουμε χρονικά πίσω, έξω από την τάξη, για να παρατηρήσουμε αυτό που απέμεινε μετά την διαδικασία της διδασκαλίας από τα σώματα και τα συναισθήματα όλων.

Δύο πράγματα που αφήσαμε έξω είναι: η τέχνη και το παιχνίδι. Το παιχνίδι αντιμετωπίζεται ως αρμοδιότητα της παιδικής χαράς ή ως το αναγκαίο συμπλήρωμα του χρόνου ανάμεσα σε πιο σπουδαία θέματα. Η τέχνη, με κάποια μεγαλύτερη ανησυχία, συχνά υποβιβάζεται να είναι στο περιθώριο και στο συνοδευτικό αναλυτικό πρόγραμμα. Αυτά τα δύο είναι πολύ σοβαρά ζητήματα και πιστεύω πως είναι στενά συνδεδεμένα όχι μόνο για τα πολύ μικρά παιδιά, αλλά με την ίδια την ανθρώπινη ζωή, έχοντας εξαιρετικά ζωτικές επιπτώσεις στη μελλοντική εκπαίδευση και η διδασκαλία. Η καλή τέχνη είναι πάντα παιγνιώδης, όπως το καλό παιχνίδι εμπεριέχει πάντα την τέχνη.

Οι Τέχνες στο σημερινό Ελληνικό Σχολείο

Υπάρχει μια σημαντική μη αναγνωρίσιμη αισθητική διάσταση σχεδόν σε ότι έχει σχέση με τη σύγχρονη ζωή, ζούμε σε ένα «υπερ-αισθητικό» περιβάλλον που είναι ολοκληρωτικά σχεδιασμένο, πολύ παραστατικό και δραματικό. Δεν αφαιρώ την αξία από τη λέξη αισθητική κάνοντας την τόσο ευρεία, ώστε να μην έχει πια σημασία ή να είναι απλώς όμοια με το όμορφο ή το ωραίο. Στην πραγματικότητα, αναφέρομαι στη τυπική διαμόρφωση των μέσων μαζικής επικοινωνίας για να δημιουργήσουν μια συγχώνευση συναισθηματικής, αισθητικής και γνωστικής επίδρασης στη ζωή μας. Αυτό εμπεριέχει όλο και περισσότερο κόσμους της εικονικής πραγματικότητας, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας που εμφανίζονται στην οθόνη και την ηλεκτρονική επικοινωνία, τα οποία όπως και οι αστικές περιοχές, κατακλύζονται από οπτικά σχέδια, μουσική, δραματοποιημένα δημιουργήματα της φαντασίας, στιγμές παράστασης. Εμείς όχι μόνο τα παρατηρούμε και είμαστε απορροφημένοι από τη δράση, αλλά δρούμε ως νέα μέλη, που εν δυνάμει μπορούν να συμμετέχουν σε παράσταση.

Αυτή η κατάσταση είναι τρομακτική όσο και συναρπαστική. Οι τέχνες σήμερα χρησιμοποιούνται σε πάμπολλες εφαρμογές και πρωτοποριακές συνθέσεις, και μέσα σε πλαίσια μάθησης που δεν μπορούσαμε ούτε να ονειρευτούμε πριν πενήντα χρόνια.

Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε πάντα σε εφαρμογές και στις διδακτικές μας επιλογές μέσα στην εκπαίδευση, είναι ότι ούτε το παιχνίδι ούτε η τέχνη είναι από τη φύση τους εκπολιτιστικά ή ηθικά, αλλά έχουν σαφώς ουδέτερο χαρακτήρα. Αυτό δημιουργεί μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση για τις τέχνες στην εκπαίδευση. Αν δεν δώσουμε στους νέους τα εργαλεία για να εκμαιεύουν την ομορφιά, ξεχωρίζοντας την από την κεκαλυμμένη ασχήμια, να συνειδητοποιήσουν τον εαυτό τους, καθώς και να ασκήσουν κριτική στη μορφή και στα μέσα αυτής της πανταχού παρούσας αισθητικής, δε θα είναι ικανοί να πάρουν τις δικές τους ηθικές αποφάσεις ή να αποσπάσουν βίαια τη δύναμη της τέχνης από εκείνους που τη χειρίζονται εξυπηρετώντας τους δικούς τους σκοπούς.

Με άλλα λόγια, πρέπει να δώσουμε στους μαθητές ολιστική σκέψη συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτήν την κατανόηση των συναισθημάτων, των αισθητικών, των κιν-αισθητικών και των κεκτημένων πλευρών της γνώσης, που πολύ συχνά παραλείπονται από ότι μεταδίδεται ως γνώση στη τάξη. Επίσης να κατανοήσουν την καλή και την κακή καλλιτεχνία στους πραγματικούς και στους εικονικούς κόσμους στους οποίους ανήκουμε όλοι. Πρέπει επίσης να τους παρέχουμε μεγαλύτερες δυνατότητες πρόσβασης στις δεξιότητες αυτών των τεχνών, τις τεχνικές και τις αισθητικές δεξιότητες, και να τους μάθουμε να συμμετέχουν ενεργά σε αυτούς τους κόσμους.

Τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα στο ελληνικό σχολείο με την διδασκαλία δύο τεχνών.

Η τέχνη της μουσικής κα των εικαστικών στην δεκαετία του ’70 μπήκαν σιγά-σιγά μέσα στο πρόγραμμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Έφεραν σε επαφή τους μαθητές μ’ αυτές τις τέχνες. Κατάφεραν όμως και να τους κερδίσουν; Δημιούργησαν το ανάλογο περιβάλλον; Μια αρμονική, εμπνευσμένη κα γεμάτη ερεθίσματα ατμόσφαιρα, όπου μπορεί να ανθίσει ένας τρόπος μάθησης που ενθουσιάζει κα αφομοιώνεται από όλους; Βρήκαν τον τρόπο να τους μεταφέρουν τις ομορφιές, τις εκπλήξεις, τον ενθουσιασμό που προσφέρουν αυτές οι τέχνες; Να τις αγαπήσουν, φέροντάς τους έτσι σε επαφή με τον Πολιτισμό; Να τους βοηθήσουν να πράξουν και αυτοί με τη σειρά τους Πολιτισμό, και να αναδείξουν την δική τους αισθητική, παύοντας έτσι να αναμασούν αυτή που τους επιβάλλεται καθημερινά; Ασφαλώς κάποιοι ξεχώρισαν φτιάχνοντας μέσα στο σχολείο πυρήνες έκφρασης και γνώσης, πλημμυρισμένους από κεφάτους κα συνεργατικούς μαθητές. Αυτοί όμως δεν ήταν η πλειοψηφία.

Οι περισσότεροι μιμήθηκαν, σε ένα βαθμό, το δασκαλοκεντρικό ύφος και στυλ διδασκαλίας των λοιπών ειδικοτήτων, αποκτώντας και αυτοί το κόμπλεξ και την μικρότητα για το ποια ειδικότητα είναι πιο σημαντική μέσα στο σχολείο. Είναι κάτι που πρέπει να απασχολήσει τους, αξιόλογους και απόλυτα απαραίτητους, Καθηγητές – Καλλιτέχνες.

Την δεκαετία του ’90, η ζύμωση για τις τέχνες στα σχολεία, έφερε την ίδρυση λίγων μουσικών σχολείων και πολύ πιο μετά την ίδρυση Καλλιτεχνικών σχολείων – μόλις 3 τον αριθμό, μέχρι και το 2010 που γράφεται αυτό το βιβλίο. Αυτό βέβαια έγινε, πολύ σωστά, για να δώσει μια ξεχωριστή ευκαιρία στους μαθητές με καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα και κλίσεις, να έχουν μια πιο εκτενή επαφή με τη τέχνη που τους ενδιαφέρει. Μήπως όμως μια τέτοια τακτική είναι τελικά ένα καλό άλλοθι για να μη δει η εκπαιδευτική κοινότητα συνολικά, το ρόλο που μπορούν να παίξουν οι τέχνες στην εκπαίδευση συνολικά; Μήπως με αυτές τις περιορισμένες εφαρμογές μέσα στην εκπαίδευση, δημιουργούμε μια ελιτίστικη άποψη για τη θέση των τεχνών στην κοινωνία;

Η ανάγκη δημιουργικής αυτοδιαχείρισης, έκφρασης και επικοινωνίας, στους μαθητές, είναι ολοφάνερη σε όλους μας. Εκεί που τα πράγματα μπερδεύονται είναι στο πώς και στο πόσο πρέπει να επικεντρωθούμε, να προτείνουμε ξεχωριστές ενασχολήσεις στους μαθητές μας.

Ο κεντρικός σκοπός σαφέστατα θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη Πολιτισμού ευρύτατα, που θα ξεκινά από την πρωινή «Καλημέρα» και θα διαχέεται σε όλες τις δράσεις, εκδηλώσεις και σχέσεις των ανθρώπων που εξελίσσονται μέσα στο σχολείο.

Πολιτισμό παράγουμε στο σχολείο όχι μόνο φέρνοντας τις τέχνες μέσα στην ζωή του, αλλά και από την αισθητική, τη συμπεριφορά, και τη διάθεση που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε στην επικοινωνία και στο διάλογο με τους μαθητές μας.

Πολιτισμό φέρνουμε στο σχολείο όταν προσφέρουμε στους μαθητές μας ένα σχολείο στο οποίο θα απολαμβάνουν τη χαρά της δημιουργίας και της γνώσης, εκφράζοντας τα ταλέντα τους και δίνοντας τους τα προνόμια που δικαιούνται. Ένα σχολείο που σέβεται τη διαφορετικότητα και ασχολείται με το μυαλό και τη ψυχή των παιδιών του ισότιμα. Ένα σχολείο που θέλει και ξέρει, να προσφέρει μια ουσιαστική αγκαλιά, σε όλους τους μαθητές του.

Ο εγκλωβισμός στο πλήθος των γνώσεων και εξειδικεύσεων, είναι αυτός που πνίγεις τους μαθητές μας. Ξεχνάμε πολλές φορές, ότι η ανάγκη για συναισθηματική ανάπτυξη όπως και η ανακάλυψη του «εγώ» στο «εμείς», είναι μεγάλη, και απολύτως απαραίτητη για το ταξίδι τους προς την ευτυχία και την ολοκλήρωση.

Σε αυτό το σημείο καταθέτω την άποψη μου για ένα σημαντικό κομμάτι του ρόλου του δασκάλου, χωρίς διάθεση να καινοτομήσω ή να ξαφνιάσω κανένα. Είναι απόψεις που έχουν ειπωθεί από σημαντικούς δασκάλους διαχρονικά, που μας ενέπνευσαν και κατάφεραν να κάνουν εμένα και πολλούς άλλους εκπαιδευτικούς να αγαπήσουμε τη δουλειά μας.

Θα το κάνω γιατί τα τελευταία είκοσι χρόνια, ως καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής, υπεύθυνης Πολιτιστικών Θεμάτων και Καλλιτεχνικών Αγώνων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά, αλλά και από τη θέση μιας μητέρας δύο παιδιών, που έχουν ήδη πραγματοποιήσει ένα 11χρονο ταξίδι στην εκπαίδευση, διαπίστωνα τακτικά, ότι οι παραδεκτές θεωρίες δεν ήταν καθόλου συνειδητές, και δεν γινόντουσαν πράξη.

Ο δάσκαλος στο ρόλο του «ψυχοθεραπευτή»

Ασφαλώς και δεν θέλω να ακυρώσω την απαραίτητη παρουσία ψυχολόγων, στις σχολικές μονάδες, βάζοντας τους εκπαιδευτικούς να παίξουν το ρόλο τους. Δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις εκείνες, όπου μόνο η παρέμβαση ενός ειδικού, θα μπορούσε να δώσει τις σωστές λύσεις. Άλλωστε κανένας ψυχολόγος δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα σε ένα σχολείο όπου οι δάσκαλοι δεν κοιτούν στα μάτια τους μαθητές τους. Και για αυτές τις δυσάρεστες στιγμές, θα προσπαθήσει αυτό το βιβλίο να πάρει θέση, και να προτείνει κάποιους άλλους τρόπους «ένωσης» δασκάλου και μαθητή, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο μια τέχνη –που στην παρούσα περίπτωση_ είναι ο σύγχρονος χορός.

Η ψυχοθεραπεία βγαίνει από δυο ελληνικές λέξεις που δεν έχουν καμία σχέση με την ιατρική. Τη λέξη «θεραπεύειν» που σημαίνει φροντίζεις κάτι και «ψυχή» που σημαίνει «πνεύμα», «ανάσα» ή «χαρακτήρας». Για αυτό λοιπόν και χρησιμοποιώ το δόκιμο όρο δάσκαλος-ψυχοθεραπευτής. Γιατί πέρα από την αποθήκευση γνώσεων – πολλές φορές άχρηστων, που τρώνε τον πολύτιμο χρόνο της ζωής τους, οι μαθητές, οι νέοι, έχουν ανάγκη να αναπτυχθούν συναισθηματικά. Η κατανόηση του εαυτού τους, η εξισορρόπηση των συναισθηματικών τους εκρήξεων, η κατάκτηση της αρμονίας και η προσέγγιση μιας φιλοσοφικής θεώρησης των συνθηκών και των καταστάσεων που θα τους προκύψουν στη ζωή τους, είναι ο κορμός, το σκυρόδεμα, που πάνω εκεί θα τοποθετηθούν με ασφάλεια τα υπόλοιπα υλικά του οικοδομήματος που έχει ονοματεπώνυμο.

Πως μπορεί ο δάσκαλος να ξεχνά να φροντίσει το οικοδόμημα, και να νοιάζεται μόνο για μια στεγνή μετάδοση γνώσεων;

Αυτό εμένα μου θυμίζει την αποθήκευση αρχείων στο σκληρό δίσκο ενός υπολογιστή. Οι μαθητές μας μπορεί να είναι σκληροί, μόνο στην κριτική τους και στην αντίδρασή τους απέναντι σε μια τέτοια αντιμετώπιση.

Όλοι μας θυμόμαστε με νοσταλγία το δάσκαλο που μας φρόντισε και καμαρώνουμε ιδιαίτερα τον δάσκαλο που μας φρόντισε και συγχρόνως μας έμαθε νέα πράγματα.

Κλείνοντας θα θέσω κάποια ερωτήματα σε όλους τους φίλους δασκάλους και καθηγητές, πιστεύοντας ότι με γόνιμο και απεγκλωβισμένο από στενά οφέλη, διάλογο, θα φτιάξουμε ένα καλύτερο σχολείο, που θα αγαπηθεί από τους μαθητές του.

Ποιες μπορεί να είναι οι δυνατότητες της διδακτικής αξιοποίησης των τεχνών; Μπορούν να αναπαρασταθούν καλλιτεχνικά οι επιστημονικές ιδέες;
Μπορεί η διδασκαλία της καλλιτεχνικής έκφρασης να ωφεληθεί από την συνύπαρξή της με τις επιστήμες;
Οι καλλιτέχνες θα μπορέσουν να βρουν κοινό βηματισμό με τους δασκάλους και τους μαθητές, για μια συνεχή αναζήτηση της γνώσης;

http://www.dian.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου