Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Η «ρητορική της εκπαιδευτικής αποκέντρωσης»

Β. Πρασσάς
(15-12-2010)

Χίλια μύρια έχει ακούσει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα για τον μέχρι τώρα συγκεντρωτικό του χαρακτήρα. Και δικαίως. «Δομικά συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και αυστηρά κανονιστικό, αυταρχικό ως προς τη λήψη αποφάσεων, στρεβλωτικό όσον αφορά στα όργανα λαϊκής συμμετοχής, αποστασιοποιημένο από τις απαιτήσεις της κοινωνίας των πολιτών, απρόσωπο, με αγκυλώσεις  και ποικίλους περιορισμούς που προκαλούν ασφυξία στις σχολικές μονάδες και το ανθρώπινο δυναμικό αυτών» είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που αποδόθηκαν και συνεχίζουν να αποδίδονται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τόσο από τους ερευνητές και τους Κοινωνιολόγους της Εκπαίδευσης όσο και από τους λοιπούς παροικούντες την εκπαιδευτική Ιερουσαλήμ.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Το πετσόκομμα της δεύτερης ξένης γλώσσας στα σχολεία

του Βασίλη Πρασσά, δημοσιευμένο στις www.ripes.gr, στις 8-6-2011


Έχουμε ήδη εισέλθει στην εποχή του «πετσοκόμματος». Αυτό είναι το «νέο δόγμα» που επιτάσσει η «νέα τάξη πραγμάτων», που μας επιβάλλουν οι τροϊκανοί και εμείς αγόγγυστα υπηρετούμε.
Τα πάντα πετσοκόβονται, κοινωνικές κατακτήσεις, κοινωνικά αγαθά, προνοιακές υπηρεσίες, πολιτικά δικαιώματα, ακόμα και εθνικές και πολιτισμικές αξίες. Και προσφέρονται ως βορά  σε όλους εκείνους τους κανίβαλους που ανέλαβαν να μας σώσουν.

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Παιδαγωγική (!!!) η λογική της συγχώνευσης των σχολείων

Ναι, το ακούσαμε και αυτό! Δια στόματος υπουργείου Παιδείας.
Καλό ανέκδοτο!
Και σύντομο. Τεσσάρων ημερών! Είχαμε τέσσερις ημέρες για να το επεξεργαστούμε και να διαβουλευτούμε. Χθες, την Δευτέρα 24-1-2011, έληξε η «διαβούλευση».
Όποιος διαβουλεύτηκε, διαβουλεύτηκε. Τέλος.
Προσωπικά, μάτι δεν έκλεισα αυτές τις μέρες. Διαβουλευόμουν ακατάπαυστα. Με τον εαυτό μου βέβαια. Πάσχιζα να βρω αυτή τη λογική. Την παιδαγωγική.
Μα διαρκώς ξεπηδούσαν μέσα μου διάφοροι τύποι και μ΄ ενοχλούσαν. Άλλοτε ξεπηδούσε κάποιος άξεστος Μακρυγιάννης, που έχει το κουσούρι να «τα χώνει», άλλοτε κάποιος χωριάτης Στρεψιάδης, που έχει ως κακό συνήθειο το «ξέχεσμα», και άλλοτε ένας μαθητής μου, ο Διονύσης, που, κάθε φορά που με βλέπει, μου λέει με νόημα και άπταιστο ζακυνθινό accent «δάσκαλεεε, έχω ένα καλόοο!». Ανέκδοτο, εννοεί.
Και μ΄ ενοχλούσαν πραγματικά και δεν ήξερα τι να κάνω. Να προβληματιστώ, να γελάσω ή να κλάψω. 
Κατάφερα, όμως, και στο τέλος τούς έβαλα στη θέση τους.
Και προβληματίστηκα βαθιά. Και σοβαρά. Απίστευτη ομφαλοσκόπηση πέτυχα. Νιώθω περήφανος.
Και κατέληξα στο συμπέρασμα: είναι πράγματι παιδαγωγική η λογική της συγχώνευσης των σχολείων. Μην πω καραπαιδαγωγική!
Και μη γελάσετε μ΄ αυτό. Έχω ένα ολάκερο οπλοστάσιο επιχειρημάτων να το υποστηρίξω.
Και πρώτα-πρώτα είναι παιδαγωγική για τα ίδια μας τα παιδιά. «Πρώτα ο μαθητής» βλέπετε! Διότι, πολύ απλά, αν συγχωνεύσεις τα σχολεία, αυτόματα αυξάνεται ο αριθμός των μαθητών ανά τμήμα. Θα απαλλαγούμε επιτέλους από τα τμήματα των 20-25 μαθητών. Θα τα κάνουμε τριαντάρια και βάλε. Και, όπως όλοι γνωρίζουμε, όσα περισσότερα παιδιά στοιβάζονται μέσα σ΄ ένα τμήμα τόσο μεγαλύτερο μπούγιο και χαβαλές γίνεται και τόσο καλύτερα αποδίδει το μάθημα. Ποιος, δηλαδή, λέει πως το μάθημα είναι πιο αποτελεσματικό, όταν είναι μικρός ο αριθμός μαθητών, υπάρχει ηρεμία και όλα τα παιδιά μπορούν να παρακολουθήσουν; Τι, το λένε οι έρευνες και όλα τα παιδαγωγικά εγχειρίδια; Κουραφέξαλα! Χεσμένες τις έχω και τις έρευνες και τα παιδαγωγικά εγχειρίδια. Άκου, να λένε πως πρέπει η αναλογία να είναι 1 προς 15! Σιγά μην είναι και 1 προς 4! Μάθημα κάνουμε, δεν παίζουμε δηλωτή!
Τι, λένε και για εξατομικευμένη μάθηση; Μην τρελαθούμε! Όλοι στο ίδιο καζάνι δεν βράζουν; Ας βράσουν, λοιπόν. Διακρίσεις θα κάνουμε; Α, οι ρατσισμοί και οι αποκλεισμοί μακριά από μένα!
Εξάλλου, είναι δυνατόν να μπαίνει ένας δάσκαλος σε μια τάξη και να κάνει μάθημα μόνο με 20 μαθητές; Με τι διάθεση να κάνει μάθημα αυτός ο άνθρωπος; Ενώ, αν έχει 30 και βάλε, θα νιώθει πως είναι, τέλος πάντων, κάποιος, πως έχει ακροατήριο, πως έχει εξουσία, πως θα πει και καμιά εκατοστή «σκάστε» την ώρα.
Και τι έγινε και αν δεν μπορούν να συμμετέχουν όλοι οι μαθητές, επειδή θα είναι πολλοί; Όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε!
Και κάτι «κολλητηλίκια», τύπου να γνωρίζει ο δάσκαλος τα παιδιά με το μικρό και το μεγάλο τους όνομα και να έχει και καλές σχέσεις μαζί τους, να κοπούν. Δε χρειάζεται να δίνουμε και πολύ αέρα!
Και μετά, τι πρόβλημα έχουν κάποιοι, αν τα παιδιά χτυπάνε και καμιά δεκαριά με δεκαπενταριά χιλιόμετρα τη μέρα ή καμιά ωρίτσα μέχρι να φτάσουν στο σχολείο; Καλό θα τους κάνει. Θα μπορούν να απολαμβάνουν μια μαγευτική διαδρομή. Να χαζεύουν τις βουνοκορφές και τα λαγκάδια, αν είναι σε κανά χωριό ή τις βιτρίνες, αν είναι σε καμιά μεγαλούπολη. Και έτσι, γεμάτα εικόνες και παραστάσεις να ξεκινούν και να τελειώνουν τη σχολική τους μέρα. Τι πιο όμορφο; Τι πιο αναζωογονητικό;
Και λεωφορείο να μην υπάρχει, μπορούν να πηγαίνουν με τα ποδαράκια τους. Να γυμνάζονται λιγουλάκι και να σκληραγωγηθούν. Παχύσαρκα και μαμούχαλα δηλαδή θέλουμε τα παιδιά μας; Άσε, που έτσι δε θα νυστάζουν την πρώτη ώρα!
Και όσα δεν μπορούν, ε, τι να κάνουμε; Ας διακόψουν το σχολείο. Ας καθίσουν σπίτι τους, ας σπείρουν κανένα χωράφι ή ας στήσουν κανένα μαντρί. Όλους επιστήμονες δηλαδή θα τους κάνουμε;  
Και δεν κατάλαβα, γιατί αντιδρούν οι μπαμπάδες και οι μαμάδες; Γιατί, κακό θα τους κάνει λίγη πρωινή και μεσημεριανή άσκηση; Να δεις πως χάνονται κάτι «κοιλίτσες» και «ψωμάκια»! Μωρέ, η κυβέρνηση μεριμνά για μας! Τζάμπα δίαιτα μάς προσφέρει και εμείς, οι αχάριστοι, δεν την εκτιμούμε!
Και χάθηκε, δηλαδή, ο κόσμος, αν ξυπνήσουμε, αντί για τις έξι, στις πέντε το πρωί; Και αν, αντί να φάμε για μεσημέρι στις δυόμισι, φάμε στις τρεισήμισι; Σιγά τα λάχανα! Και πού είναι το κακό, αν πάρουμε και το αυτοκίνητό μας και κάψουμε και λίγη βενζίνη παραπάνω; Ή αν χρειαστεί να δίνουμε το μισό μας μηνιάτικο για να αγκαζάρουμε και κανένα ταξάκι να πηγαίνει τα παιδιά μας πριβέ στο πλησιέστερο σχολείο;  Για τα παιδιά μας και τη μόρφωσή τους, ρε, το κάνουμε! Τσιγκουνιές και μιζέριες δε χωρούν.
Ε, και λίγη κινησούλα να βρούμε ή κολλήσουμε σε κανένα χαντάκι, δεν τρέχει και τίποτα! Μωρέ, η κυβέρνηση μεριμνά για μας! Χρώμα και περιπέτεια θέλει να δώσει στη ζωή μας και εμείς, οι πεζοί, δεν την εκτιμούμε!
Και δεν κατάλαβα δηλαδή, τι θα πει «σχολείο της γειτονιάς»; Γιατί τα παιδιά μας να πηγαίνουν σε κάποιο χώρο που τον γνωρίζουν και νιώθουν άνετα; Και τι έγινε που μπορεί να είναι εξάχρονα ή δωδεκάχρονα; Δεν πρέπει και αυτά να γνωρίσουν και άλλα μέρη; Να δουν πως είναι ο κόσμος παραέξω; Μυξιάρικα τα θέλουμε;
Και δεν κατάλαβα επίσης, γιατί να μην έχουμε πολυδύναμα σχολικά κέντρα, απρόσωπα, χαοτικά και ανεξέλεγκτα; Γιατί να μην έχουμε σχολεία-πολυκαταστήματα; Γιατί τα παιδιά ν΄ αναγκάζονται να πηγαίνουν μόνο στο The Mall για να νιώσουν το χάος και τον πανικό της κοσμοσυρροής; Τι θα πει μικρά σχολεία, συμμαζεμένα, ελεγχόμενα και εύρυθμα;  Μικροαστισμοί και έλλειψη χωροταξικής έμπνευσης!
Πολυδύναμα χαοτικά σχολεία. Αυτή είναι η λύση! Αυτό είναι το μέλλον! Να μπαίνουν, ρε αδελφέ, τα παιδιά σ΄ ένα σχολείο και να «χάνουν την μπάλα». Να χρειάζονται GPS για να προσανατολιστούν. Να χέζονται από το φόβο τους, πρωτάκια και μη. Να βρίσκουν ό,τι θέλουν εκεί, έτσι, χωρίς κανένα έλεγχο, από στρογγυλές τυρόπιτες μέχρι στρογγυλά «σκονάκια» σκόνης. Να κάνουν ό,τι γουστάρουν, να φτιάχνουν συμμορίες, να πλακώνονται και να ξεχαρμανιάζουν.
Και αν δεν υπάρχουν επαρκείς υποδομές και αίθουσες, πάλι εκεί, το ένα πάνω στο άλλο, να συσφίγγουν τις σχέσεις τους! Ακοινώνητα, δηλαδή, τα θέλουμε τα παιδιά μας;
Να έχει και ο Διευθυντής κάποιο βάρος! Να μη βολοδέρνει σε σχολεία των 100 παιδιών και 40 καθηγητών και να ασκεί χαζοδιοίκηση, με συναισθηματισμούς και άλλα τέτοια χαζά. Αλλά, να λέει: «εγώ, ρε, διοικώ 500 τροφίμους! Και δεν μασάω!»
Και δεν κατάλαβα δηλαδή, γιατί να μη συγχωνευτούν ή να κλείσουν κάποια σχολεία; Γιατί, οι «προβληματικές επιχειρήσεις» καλύτερη μοίρα έχουν; Με τρελαίνουν κάτι απολειφάδια του παρελθόντος που απαιτούν λεφτά για την παιδεία! Ρε σεις, για τα σχολεία; Αφού είναι προβληματικά! Και σε περίοδο μνημονίου; Δεν πάτε καλά! Περικοπές κύριοι. Συγχωνεύσεις και καταργήσεις! Λιγότερα σχολεία, λιγότερες δαπάνες. Τι πιο απλό και τι πιο σοφό! Τι, μόνο τριακόσια σχολεία θα κλείσουν φέτος; Κωλώστρες μάλλον είναι και αυτοί που είναι πάνω τώρα!  
Και δεν κατάλαβα δηλαδή, τι ζόρι τραβάνε οι καθηγητές; Τι και αν χαθούν οργανικές θέσεις και χρειάζεται να κόβουν χιλιόμετρα για να συμπληρώνουν το ωράριό τους σε διαφορετικά σχολεία; Την ταλαιπωρία σκέφτεστε ή τα ευρωδάκια που θα ξοδεύετε; Εσείς, κύριοι, είστε «δημόσιοι κοπρίτες», λίγη ταλαιπωρία σάς βλάπτει; Και τόσα παίρνετε, αν και είστε «αντιπαραγωγικοί»! Ας τσοντάρετε και κάτι για το κράτος! Τσιμουδιά!
Και αν φρακάρουν οι μεταθέσεις, τι έγινε; Και τι έγινε, αν ξεσπιτωθήκατε και έχετε τα παιδιά σας αλλού; Ας μη διοριζόσασταν! Εκεί, κύριοι, που διοριστήκατε θα πάρετε σύνταξη, αν την πάρετε! 
Και αν κάποιοι περισσεύουν, μετάταξη! Και αν δεν σας αρέσει, στο σπίτι σας!
Και αν σταματήσουν και οι διορισμοί και μείνουν χιλιάδες άνεργοι, τι να κάνουμε; Ας πρόσεχαν όσοι επέλεξαν να σπουδάσουν εκπαιδευτικοί! Δεν τους ανάγκασε κανείς! Δική τους επιλογή ήταν. Ας την λουστούν!      
Και για να τελειώνουμε. Είναι παιδαγωγική η λογική των συγχωνεύσεων, διότι το λέει η κυβέρνηση. Τέλος.

Κάτσε κάτω παιδί μου, δεν ακούς; Δεν κατάλαβα; Μήπως διαφωνείς και έχεις αντιρρήσεις;  Θα σε πετάξω έξω! Και συ, ο διπλανός του! Α, επιμένετε, βλέπω! Δε βάζετε μυαλό! 
Πρασσάς και Τσιατήνας, αποβάλλεστε! Δρόσος, η σειρά σου!

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Το έγκλημα που διαπράττεται στο σχολείο εις βάρος της Ιστορίας! / δημοσ. στις 13-01-2011 στις www.ripes.gr

Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή διάφορα δημοσιεύματα του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου για τις κυοφορούμενες  αλλαγές στο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, επανήλθε στο προσκήνιο η κουβέντα γύρω από τους προσανατολισμούς και τις κατευθύνσεις που επιφυλάσσουν για το «νέο Σχολείο» όσοι κραδαίνουν στα χέρια τους την πένα του εκπαιδευτικού σχεδιασμού.
Σχεδόν όλοι εστιάζουν την κριτική τους στο μάθημα της Ιστορίας, καθώς αυτό φαίνεται πως εκπίπτει αρχικά από τον κορμό της υποχρεωτικής διδασκαλίας στη Β' και στη Γ' Λυκείου -στην Α΄ Λυκείου παραμένει μάθημα υποχρεωτικό με 3 ώρες διδασκαλία την εβδομάδα-  και μετατρέπεται σε μάθημα επιλογής, εντασσόμενο σε μια γενική ομάδα μαθημάτων, υπό τον τίτλο «Αρχαιογνωσία», και περιοριζόμενο στην «Αρχαία Ιστορία» και την «Ιστορία των ιδεών». Υπάρχει βέβαια και η «Ευρωπαϊκή Ιστορία», η οποία εντάσσεται σε άλλη ομάδα, αυτή των Κοινωνικών Επιστημών. Όσον αφορά δε στη «Νεότερη Ιστορία», η οποία διδάσκεται σήμερα στη Γ' Λυκείου, αυτή δε φαίνεται να υπάρχει στο προτεινόμενο ωρολόγιο πρόγραμμα.
Επιχειρούν, λοιπόν, να αποκρυπτογραφήσουν το νέο αυτό πολυδαίδαλο σχέδιο, κάνουν προσθαφαιρέσεις και συνδυασμούς μαθημάτων και ωρών, υποχρεωτικών και επιλεγόμενων που μπορεί να πάρει ένας μαθητής, και καταλήγουν στο συμπέρασμα πως το μάθημα της Ιστορίας «κουτσουρεύεται» επικίνδυνα, αφού κόβονται ώρες και ψαλιδίζονται πτυχές της. Και μιλούν, έτσι, για ένα «σχέδιο εξόντωσης» και ένα «έγκλημα» που σχεδιάζεται εις βάρος της Ιστορίας.
Άσχετα με το τι τελικά θα γίνει. Άσχετα με το αν αυτό θα είναι το τελικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών ή αν θα επανέλθουν και θριαμβευτικά θα ξαναβάλουν την Ιστορία στο παιχνίδι. Άσχετα με το αν στο νέο πρόγραμμα τα μαθήματα επιλογής θα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τα υποχρεωτικά ή αν δεν πετάξουν έξω τη Νεότερη Ιστορία. Άσχετα με το αν αυτό συμβαίνει και με άλλα γνωστικά αντικείμενα -το ίδιο πρόβλημα φαίνεται πως αντιμετωπίζουν και μαθήματα όπως η Χημεία και η Βιολογία- ή αν, τέλος πάντων, κάνουν τα μαγικά τους και τα πράγματα επανέλθουν στην πρότερη κατάστασή τους ή ακόμη και αν φύγουν αυτοί και οι άλλοι που θα έρθουν αυξήσουν τις ώρες διδασκαλίας της Ιστορίας.
Άσχετα με όλα αυτά το «έγκλημα» υφίσταται.
Και υφίσταται όχι μόνο με την έννοια του σχεδιασμού. Βέβαια, και αυτό ισχύει. Και ισχύει και στην περίπτωση, ασφαλώς, που θα εφαρμοστούν τελικά αυτές οι προτάσεις, οπότε θα επιβεβαιωθούν οι παραπάνω φόβοι, αλλά και στην περίπτωση που δεν εφαρμοστούν, διότι οι «προτάσεις», και δη από επίσημα χείλη, ακόμη και ως «σκέψεις» ή «διαρροές», είναι πάντα δηλωτικές της πολιτικής αντίληψης και των προθέσεων όσων τις απεργάζονται.
Το «έγκλημα» υφίσταται διότι διαπράττεται εδώ και πολύ καιρό. Είναι κάτι που συστηματικά συντελείται εδώ και πολλά χρόνια στο ελληνικό σχολείο. Και συντελείται όχι με την ποσοτική, αλλά με την «ποιοτική υποβάθμιση» της διδασκαλίας του μαθήματος.
Διότι, τι κάναμε και τι κάνουμε τόσα χρόνια στο σχολείο; Πώς διδάσκαμε και πώς διδάσκουμε το μάθημα της Ιστορίας; Και το σημαντικότερο: ποια κίνητρα δώσαμε και δίνουμε στους μαθητές μας, αν όχι για να την αγαπήσουν, τουλάχιστον για να την αισθανθούν ως κομμάτι της συλλογικής και φυλετικής τους μνήμης και κατ΄ επέκταση και της ατομικής τους συνείδησης;
Και μη βιαστεί κανείς ν΄ απαντήσει «τίποτα»! Γιατί, ομολογουμένως, κάναμε πολλά!
Περιχαρακώσαμε την ιστορία σε ένα αυστηρά γεγονοτολογικό πλαίσιο, την εγκλωβίσαμε στις σελίδες κάποιων παντοκρατορικού τύπου σχολικών βιβλίων, προκρίναμε την «πιστή αναπαραγωγή και αναμάσηση» αυτών των σελίδων, επαναπαυτήκαμε στη στείρα ανάγνωση και στο μονόλογο, δεν αξιοποιήσαμε «μεθοδολογικά και εποπτικά εργαλεία διδασκαλίας», ακόμη και την κιμωλία και τα «σχέδια μαθήματος» τείνουμε να εγκαταλείψουμε, ξεχάσαμε τους «διδακτικούς στόχους», δεν  κοπιάσαμε ιδιαίτερα για ανάλυση των πηγών, δεν ιδρώσαμε για την πολυεστιακή και σχεσιακή ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, αγνοήσαμε τη «διαδραστικότητα» και τη «συνέχεια» των ιστορικών προσδιορισμών και επικαθορισμών, αφυδατώσαμε τη δημιουργική πνοή της ιστορικότητας.
Βάλαμε να την διδάσκουν οι «πανδιδάκτορες» φιλόλογοι. Χωρίς να εξετάζουμε αν έχουν αποφοιτήσει από Τμήματα Ιστορίας. Χωρίς να αξιοποιούμε όσους έχουν ειδικευτεί στο αντικείμενο αυτό και τους βάζουμε, γιατί έτσι βολεύει σε κάποιους παλιότερους καθηγητές που έχουν καβατζάρει το μάθημα ή γιατί έτσι βολεύει στο πρόγραμμα, να διδάσκουν άλλα γνωστικά αντικείμενα, πέραν της Ιστορίας. Χωρίς να εξετάζουμε το γεγονός ότι ένας απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας ή Φιλοσοφίας και Ψυχολογίας «ελάχιστη Ιστορία» έχει διδαχθεί στο πανεπιστήμιο και σχεδόν καθόλου «διδακτική της Ιστορίας». Πόσο δε μάλλον, όταν –όπως συμβαίνει τον τελευταίο καιρό- την Ιστορία αναλαμβάνουν να την διδάξουν, με ή χωρίς τη θέλησή τους, εκπαιδευτικοί των Ξενόγλωσσων ειδικοτήτων ή και άλλων ειδικοτήτων, π.χ. Κοινωνιολογίας, προκειμένου να συμπληρώσουν το ωράριό τους, αντιμετωπιζόμενοι μάλιστα συχνά με άρνηση και καχυποψία από τους υπόλοιπους συναδέλφους-φιλολόγους. Και τέλος, χωρίς να μεριμνούμε για την επιμόρφωσή τους και τον εξοπλισμό τους με επιστημολογικά και παιδαγωγικά εργαλεία για τη διδασκαλία του μαθήματος. 
Και τέλος, απαιτήσαμε από τους μαθητές να γίνουν μηρυκαστικά και παπαγάλοι! Να αναμασούν την έτοιμη τροφή που τους παρέχουν τα βιβλία. Να προσπαθούν να απομνημονεύσουν τεράστια «φορτία ημερομηνιών». Να παπαγαλίζουν τις «αιτίες και τις συνέπειες» των ιστορικών γεγονότων.
Ναι, κάναμε πολλά! Και πετύχαμε ακόμη περισσότερα!
Πετύχαμε να κάνουμε τους περισσότερους μαθητές «αλλεργικούς» στην ιστορία. Να ακούνε πως έχουν μάθημα ιστορίας και να «βγάζουν καντήλες». Να μισήσουν το αντικείμενο. Να το σιχτιρίζουν και να θεωρούν ως «ιστορική πράξη της ζωής τους» το κάψιμο του εν λόγω βιβλίου την τελευταία μέρα της σχολικής χρονιάς.
Πετύχαμε έτσι να παράγουμε «ανιστόρητους πολίτες». Που στερούνται ιστορικής μνήμης και συνείδησης. Με όλες τις παρενέργειες που αυτό έχει και για τους ίδιους και για την εθνική και πολιτισμική μας ταυτότητα, συνέχεια και συνοχή.
Πετύχαμε να τρίβουν τα χέρια τους όσοι θέλουν να γράψουν τη «νέα ιστορία» του ανθρώπου και να προδιαγράψουν τη «νέα πορεία» του κόσμου. Μια πορεία προς την απόλυτη εξομοίωση και τον απόλυτο έλεγχο κρατών και ανθρώπων. Μια πορεία η οποία θα στερεί από τα έθνη και τους πολίτες τους όλα εκείνα τα αναγκαία  αντανακλαστικά και αντισώματα απέναντι σε κάθε απόπειρα εφελκυσμού και εκμετάλλευσης.
Πετύχαμε, όμως, να τρίβουν τα χέρια τους και όσοι ταμπουρώνονται πίσω από την ιστορία, φορούν την περικεφαλαία των «εθνικά ανησυχούντων» και πυροβολούν ατάκτως και προς κάθε κατεύθυνση με επικίνδυνα εθνικιστικά λογύδρια.
Και το τελευταίο και σημαντικότερο που πετύχαμε είναι η πλήρης απαξίωση της ιστορίας και κατά συνέπεια η «ηθική της εξόντωση». Ώστε να φαντάζει ως φυσιολογική απόληξη και η «φυσική της εξόντωση» κάποια στιγμή από τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών.
Πετύχαμε, με δυο λόγια, να εφαρμόσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο έναν από τους βασικότερους νόμους της ιστορίας, τον ανοικτίρμονα νόμο που ορίζει πως η «απαξίωση και ηθική εξόντωση» ενός πράγματος είναι ο ευκολότερος και αποτελεσματικότερος δρόμος για τη «φυσική του εξόντωση».
Αυτό και αν είναι «ιστορική παραδοξολογία»! Αυτό και αν είναι «ιστορική τραγικότητα»!

Μια «αριστοφανική απάντηση» στους «αξιότιμους αξιολογικούς οίκους» / δημοσ. στις 23-12-2010 στις www.ripes.gr

Και πάλι χαμηλά βαρομετρικά πάνω από τον ουρανό μας. Και πάλι οι παγκόσμιοι αξιολογικοί οίκοι άρχισαν να αστράφτουν και να βροντούν κατά της Ελλάδας.
Πρώτοι άστραψαν και βρόντησαν οι  Standard & Poor's, απειλώντας με μείωση της αξιολόγησης «BB+» της Ελλάδας, εάν αποδειχθεί ότι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας θα ευνοήσει τους κρατικούς ομολογιούχους εις βάρος των ιδιωτών.
Μετά, στις16 Δεκεμβρίου και ο οίκος Moody's έθεσε υπό αναθεώρηση για πιθανή υποβάθμιση την αξιολόγηση Ba1 της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, επικαλούμενος την αυξημένη αβεβαιότητα για την ικανότητα της χώρας να μειώσει το χρέος της και την υστέρηση που παρατηρείται στα έσοδα του 2010.
Και ακολούθως ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Fitch, που θέτει υπό επιτήρηση για πιθανή υποβάθμιση την αξιολόγηση BBB- της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας και επιφυλάσσεται να μας απαντήσει μέχρι τον Ιανουάριο του 2011, αγωνιώντας για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα της Ελλάδας, για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και για την πολιτική βούληση και την ικανότητα της ελληνικής πολιτείας να εφαρμόσει επιτυχώς τα μέτρα και τις δεσμεύσεις της απέναντι στην Ε.Ε. και στο Δ.Ν.Τ.
Ξανά, λοιπόν, τα μαύρα σύννεφα. Ξανά οι γνωστές αστραπές και βροντές.
Ξανά εμείς να προσπαθούμε ν΄ απολογηθούμε, να δικαιολογηθούμε, ν΄ απαντήσουμε!
Και μετά, ξαναματά και ξαναξαναματά.
Παιδιά, εγώ τ΄ αποφάσισα.
Κάθε φορά που αυτοί θα αστράφτουν και θα βροντούν, εγώ θα γίνομαι Στρεψιάδης και θα τους απαντώ αριστοφανικά:
«Κι εγώ, Νεφέλες, σας τιμώ και θέλω να βροντήσω,
και στις δικές σας τις βροντές με πόρδους ν΄ απαντήσω.
Αλλά πολύ τις σκιάζομαι και τις φοβούμαι τόσο,
 που τώρα, τούτη τη στιγμή, κι αν επιτρέπετε και μη,
 μπροστά σας θα κενώσω.»

Βαριοπούλες, κασμάδες, φτυάρια και μυστριά … για το χτίσιμο του «νέου σχολείου» / δημοσ. στις 21-12-2010 στις www.ripes.gr

Ζούμε ομολογουμένως συγκλονιστικές μέρες! Μέρες Μνημονίου και Καλλικράτη! Μέρες ανατροπών και ρήξεων! Μέρες εξορθολογισμού και ανασυγκρότησης! Μέρες σχεδόν κοσμογονικές! Ένας νέος κόσμος χτίζεται! Παντού.
Και στην εκπαίδευση βέβαια.
Έτσι, μετά τα χίλια μύρια που έχει ακούσει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα από όλους τους παροικούντες στην εκπαιδευτική Ιερουσαλήμ για τον μέχρι τώρα συγκεντρωτικό του χαρακτήρα, οι αρχιτέκτονες της νέας Ελλάδας αποφάσισαν να κάνουν κάτι. Κάθισαν στα στρογγυλά τους τραπέζια, μάζεψαν τους ακριβο-(α)-τάλαντους συμβούλους τους, ξαράχνιασαν κάποιες πολιτικές ιδεολογίες -αυτές που κάπου-κάπου ανασύρουν από το χρονοντούλαπο της ιδεολογικοπολιτικής τους καταβολής για να δείξουν τις τρανές δήθεν διαφορές τους με τους «άλλους»-, ξεσκόνισαν την ευρωπαϊκή και διεθνή εμπειρία και έπιασαν αμέσως δουλειά.
Το σχέδιο είναι ήδη έτοιμο. Του έδωσαν και τίτλο: «το νέο αποκεντρωμένο σχολείο» και μας το κοινοποίησαν, αναρτώντας το στο διαδίκτυο (1-12-2010), προς δημόσια διαβούλευση δήθεν, προς αποδοχή μάλλον, άντε και για κανένα μικρομερεμετάκι.
Τι προβλέπει αυτό το νέο σχέδιο;
Στην αρχή θα ρίξουν τις κολώνες. Η πρώτη αφορά στην ανάληψη από μέρους των νέων περιφερειακών δομών του κόστους που συνεπάγεται συνολικά η εκπαιδευτική λειτουργία, προκειμένου να ελαφρυνθεί και -γιατί όχι;- να απαλλαχτεί ο κρατικός προϋπολογισμός από το κόστος λειτουργίας των σχολικών μονάδων. Η δεύτερη αφορά στην περίπτωση που οι δήμοι και οι περιφέρειες αδυνατούν -ή δείχνουν απροθυμία να χρηματοδοτήσουν επαρκώς τις εκπαιδευτικές λειτουργίες- ή στην περίπτωση που μια εκπαιδευτική μονάδα φιλοδοξεί να αυξήσει το budged της, τότε οφείλει, για να μην υπολειτουργεί ή να μην συγχωνευτεί ή ακόμη και να μην καταργηθεί, να κινηθεί αυτόνομα, ως «επιχείρηση», στην αναζήτηση κεφαλαίων, στην αναζήτηση «χορηγών», στην αναζήτηση «ιδίων πόρων».
Μετά θα πάρουν τις βαριοπούλες και τους κασμάδες για να γκρεμίσουν το «παλιό σχολείο» και μετά θα πάρουν τα φτυάρια για να πετάξουν τα μπάζα, ώστε να μην κατηγορηθούν και αυτοί, όπως οι προηγούμενοι, για «μπαλώματα». Για να γκρεμίσουν και να πετάξουν ως μπάζα ό,τι έχει απομείνει στην ελληνική εκπαίδευση: τον όποιο ενιαίο και δημόσιο χαρακτήρα της, την όποια ισότητα ευκαιριών, την όποια ποιότητα των προγραμμάτων σπουδών, τον όποιο μορφοποιητικό της ρόλο, το όποιο αίσθημα ασφάλειας και την όποια διάθεση για «λειτουργία» έχει απομείνει στους εκπαιδευτικούς.
Και στο τέλος θα πάρουν τα μυστριά και τα υλικά για ν΄ αρχίσουν το χτίσιμο. Ποια υλικά; Τα καλύτερα. Τα δοκιμασμένα. Πρώτης διαλογής. Κατευθείαν εισαγωγή από χώρες που, όπως και να το κάνεις, έχουν εμπειρία -μην πω doctora- σε θέματα κατασκευής «νέων οικοδομών». Απευθείας από τις ΗΠΑ, την Αγγλία και την πολυδιαφημιζόμενη -και ανερχόμενη δύναμη στο χώρο- Φινλανδία.
Και έτσι θα ξεκινήσουν το χτίσιμο.
Για να χτίσουν όμως τι;
Να χτίσουν ένα «νέο αποκεντρωμένο σχολείο», που η χρηματοδότησή του θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις οικονομικές δυνατότητες και προθέσεις των δήμων, με συνέπεια την προσαρμογή τού επιπέδου τής παρεχόμενης εκπαίδευσης στις οικονομικές δυνατότητες της τοπικής κοινωνίας, την ταυτόχρονη μείωση των κρατικών επιχορηγήσεων για την εκπαίδευση και τέλος τη σταδιακή κατάργηση του ενιαίου και δωρεάν χαρακτήρα της.

Να χτίσουν ένα «νέο αποκεντρωμένο σχολείο» που το κόστος λειτουργίας του θα μετακυλύεται στον οικογενειακό προϋπολογισμό, δεδομένου ότι οι περιφέρειες και οι δήμοι, με τα χρέη που ήδη κουβαλούν και με το ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού που θα νέμονται, θα μεταθέτουν την οικονομική επιβάρυνση στους πολίτες, είτε επιβάλλοντας δίδακτρα είτε άλλες εισφορές ή φόρους, στο πλαίσιο των ανταποδοτικών τελών για τη λειτουργία των σχολείων της περιοχής τους (βλ. τροφεία στους παιδικούς σταθμούς).

Να χτίσουν ένα «νέο αποκεντρωμένο σχολείο» που θα βιώνει καθημερινά την μέγγενη του ανταγωνισμού και της επιβίωσης, αναζητώντας «πόρους συντήρησης», αφού η λειτουργία του και η επιβίωσή του θα εξαρτάται από την ικανότητά του να προσελκύει χρηματοδότες και να διαχειρίζεται «έξυπνα» τους πόρους του.

Να χτίσουν ένα «νέο αποκεντρωμένο σχολείο» πολλαπλών ταχυτήτων και κατηγοριών. Και ακόμη πιο ταξικό. Διότι τα σχολεία που θα καταφέρνουν να εξασφαλίζουν πόρους, να αυξάνουν τις εγγραφές των μαθητών, να προσελκύουν την καλύτερη «πελατεία» και να καταγράφουν «επιτυχίες» θα είναι σχολεία «πρώτης ταχύτητας και γραμμής». Και τα υπόλοιπα θα είναι για τα μπάζα, θα φυτοζωούν, θα συγκεντρώνουν την «πλέμπα» των μαθητών και θα υπάρχουν για να αποθεώνουν την αξία των πρώτων. Μοιραία όμως, τότε, θα επηρεαστούν και τα προγράμματα σπουδών, διότι αυτά θα βρίσκονται στην πραγματικότητα σε ευθεία αντιστοιχία με την οικονομική δυνατότητα και την ταξική προέλευση του μαθητικού δυναμικού, με συνέπεια να ενσκήψουν φαινόμενα διαφοροποίησης και έκπτωσης, όσον αφορά στην ποιότητα του περιεχομένου σπουδών. Έτσι, βέβαια, ανοίγει διάπλατα και ο δρόμος του μαρασμού -και του αφανισμού- πολλών σχολικών μονάδων, κυρίως των αγροτικών περιοχών, αφού οι μικρότεροι δήμοι δε θα μπορούν ν’ αντεπεξέλθουν στα έξοδα λειτουργίας τους και το ενδιαφέρον τους θα εστιάζεται και θα μονομερείται στα «καλά» σχολεία, στη βιτρίνα τους. Ανάλογα προβλήματα θ’ αντιμετωπίσουν και πολλά σχολεία των αστικών κέντρων, ιδιαίτερα των υποβαθμισμένων περιοχών, που θα εξελιχθούν σε σχολεία αλλοδαπών, μεταναστών και φτωχών Ελλήνων, κατά τα πρότυπα των ΗΠΑ, της μητρόπολης αυτού του νέου αρχιτεκτονικού οικοδομήματος.

Να χτίσουν ένα «νέο αποκεντρωμένο σχολείο» που θα υπηρετεί τυφλά τις επιταγές της ελεύθερης οικονομίας και αγοράς, λειτουργώντας με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, προκειμένου οι μαθητές να προετοιμάζονται καλύτερα για την προσαρμογή τους στις ανάγκες της αγοράς. Η μετάβαση όμως αυτή από το σχολείο στην αγορά εργασίας θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και τους διδακτικούς και παιδαγωγικούς του στόχους· έτσι, το «νέο αποκεντρωμένο σχολείο» θα προκρίνει και θα επιβραβεύει ιδιαίτερα τις δεξιότητες που σχετίζονται με την επεξεργασία πληροφοριών· θα ενδυναμώνει το «πνεύμα υποχώρησης» στις απαιτήσεις των «πελατών» (κυρίως των επιχειρήσεων), δεδομένου ότι θα εξαρτάται άμεσα από τη «ζήτηση» των εκπαιδευτικών «προϊόντων» του· θα διαμορφώσει μια νέα αντίληψη, μια επιχειρηματική αντίληψη, αφού θα λειτουργεί με κριτήριο την εξεύρεση κονδυλίων και θα προσαρμόζει τη λειτουργία του σ΄ αυτήν την προοπτική. Και το αποτέλεσμα; Ο βασικός στόχος της γενικής μόρφωσης των μαθητών και του ποιοτικού μετασχηματισμού τόσο των ίδιων όσο και της κοινωνίας πάει για τα μπάζα.

Να χτίσουν ένα «νέο αποκεντρωμένο σχολείο» που οι εκπαιδευτικοί του θα μετατραπούν σε μάνατζερ-διαχειριστές και θα είναι υποχρεωμένοι ν΄ αναζητούν πηγές χρηματοδότησης για τη λειτουργία τού σχολείου και να διαχειρίζονται ορθολογιστικά την επιχείρησή τους, υιοθετώντας έτσι μια νέα ταυτότητα, μια  «επαγγελματική ταυτότητα», σε βάρος της παιδαγωγικής και μορφωτικής του.

Και τέλος, να χτίσουν ένα «νέο αποκεντρωμένο σχολείο», όπου οι εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών θα ανατραπούν άρδην, θα επιδεινωθούν οι συνθήκες εργασίας και οι αμοιβές τους. Τα συστήματα πρόσληψης θα εξατομικευτούν και θα ελαστικοποιηθούν, ακολουθώντας την κατεύθυνση των γενικότερων εργασιακών ανατροπών, την κατάργηση δηλαδή των συλλογικών συμβάσεων και την πρόσληψη τους από τους διάφορους βαθμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης με ατομικές, διαφοροποιημένες συμβάσεις εργασίας. Το ευέλικτο-αποκεντρωμένο μοντέλο εκπαίδευσης, προϋποθέτει έναν περιπλανώμενο απασχολήσιμο εκπαιδευτικό, αντικείμενο της πιο άγριας εκμετάλλευσης, χωρίς μόνιμη σχέση εργασίας και θέση, υποταγμένο και υπάκουο. Η ίδια, εξάλλου, η πείρα στη χώρα μας από την πρώτη αποκέντρωση εκπαιδευτικών υπηρεσιών με την υπαγωγή των βρεφονηπιακών σταθμών στους Δήμους αποδεικνύει παρόμοιες ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις, αφού είναι γνωστό ότι ένα μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων στους δημοτικούς σταθμούς είναι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου ή με δελτίο παροχής έργου.

Αυτή όμως, κύριοι αρχιτέκτονες, δεν είναι αναδιοργάνωση και αποκέντρωση της εκπαίδευσης. Αναδιοργάνωση και αποκέντρωση είναι η ουσιαστική ενίσχυση της σχολικής μονάδας με την εκχώρηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων για χάραξη και υλοποίηση εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής.
Αυτή, κύριοι αρχιτέκτονες, είναι μια απόπειρα αποδιοργάνωσης και ξεχαρβαλώματος της εκπαίδευσης, προκειμένου να απαλλαχθείτε από το βάρος της χρηματοδότησής της.

Αυτή όμως, κύριοι αρχιτέκτονες, δεν είναι εκπαιδευτική κοινωνική και σοσιαλιστική πολιτική. Εκπαιδευτική κοινωνική και σοσιαλιστική πολιτική είναι η γενναία χρηματοδότηση της εκπαίδευσης από το κράτος, η θωράκιση του δημόσιου δωρεάν χαρακτήρα της, η περιφρούρηση των εργασιακών δικαιωμάτων των λειτουργών της και η αναβάθμιση της ποιότητάς της.
Αυτή, κύριοι αρχιτέκτονες, είναι μια καθαρά καπιταλιστική, νεοσυντηρητική πολιτική, μεταφορντικού τύπου, που έχουν ακολουθήσει όλες οι χώρες που αποτελούν τον σκληρό πυρήνα του καπιταλισμού. Είναι απογύμνωση της εκπαίδευσης και εγκατάλειψή της στις διαθέσεις των πιο άγριων ενστίκτων τής «ελεύθερης οικονομίας και αγοράς». Είναι εκπόρνευση της εκπαίδευσης.

Τι ήταν, τι έγινε, τι είναι ο «Αλέξης»; /δημοσ. στις 6-12-2010 στις www.ripes.gr

Μέχρι το βράδυ του Σαββάτου 8 Δεκέμβρη 2008, ήταν ένα παιδί· αμούστακο· γεμάτο νιάτα και ορμή, γεμάτο ζωή και πάθος, γεμάτο ιδέες και όνειρα, γεμάτο φαντασία και μουσική, γεμάτο αντισυμβατικότητα και οράματα· και ανυποψίαστο.
Το βράδυ εκείνο έγινε αίφνης ένα «τσογλάνι» για κάποιους νταήδες μπάτσους, που μπερδεύονται διαρκώς και βλέπουν στα μάτια των άλλων τη μούρη τους, που κρατούν το πιστόλι ως προέκταση του μορίου τους και οπλίζουν και τραβούν τη σκανδάλη, κάθε φορά που αισθάνονται πως, εξαιτίας της ανικανότητάς τους, δε φουσκώνει τίποτα άλλο παρά μόνο τα χοντροδάκτυλά τους
Και αμέσως μετά έγινε…και τι δεν έγινε;
Έγινε «ήρωας» στα πανό κάποιων αναρχικών, που για καλή τους τύχη βρήκαν έναν ακόμη Καλτεζά, βρήκαν ακόμη ένα Α να το βάλουν σε κύκλο και να επιδοθούν στο γνωστό τους σπορ «σπάμε και λεηλατούμε τα πάντα», σώζοντας για λίγο ακόμη την χαμένη παρτίδα της αντιεξουσιαστικής τους ιδεολογίας και δράσης.
Αλλά και ένας από αυτούς έγινε, ένας «γνωστός-άγνωστος». Αυτό κραύγασαν οι απανταχού τσολιαδοφόροι πατριδοκάπηλοι που φιλοδοξούν να γίνουν τιμητές της εθνικής μας κάθαρσης, αλλά και όσοι φιλοδοξούν να γίνουν «τσολιάδες στ΄ αχαμνά μας» (βλ. ιστοσελίδα του CNN την επόμενη μέρα). Και από κοινού άρχισαν να κλοτσοπατούν το κουφάρι του. 
Έγινε και «βορά» για όλους τους τηλεοπτικούς κανίβαλους. Για να ασελγήσουν ξανά και ξανά πάνω σε ανθρώπινη σάρκα, για να ξεδιπλώσουν ξανά και ξανά την απύθμενη υποκρισία τους και τους ατέλειωτους θεατρινισμούς τους, για να χύσουν ξανά και ξανά τα κροκοδείλια δάκρυά τους.
Έγινε όμως και «έναυσμα και σύμβολο». Έναυσμα και σύμβολο κινητοποιήσεων και αγώνων. Τόσο γρήγορων. Τόσο έντονων. Που έβγαλε αυθόρμητα έξω -αλήθεια και πότε άλλωστε δεν ήταν έτσι κάθε γνήσια και αυθεντική μορφή αντίδρασης;- τους μαθητές, τους νέους και όλους όσοι αισθάνονται ακόμη νέοι. Τους έβγαλε έξω από τις αραχνιασμένες αίθουσες των σχολείων, έξω από τις σκουριασμένες πόρτες των σχολείων, έξω από τους αναπαυτικούς καναπέδες των σπιτιών τους. Στους δρόμους, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στα διαδικτυακά μονοπάτια. Για να φωνάξουν και να αντιδράσουν. Για να δείξουν σε όλους πως εκείνη η σφαίρα σημάδεψε τη δική τους καρδιά, σκότωσε τα δικά τους όνειρα.
Και τότε έγινε και μία πολύ καλή «ευκαιρία». Μία απρόσμενη ευκαιρία. Που την άρπαξαν αμέσως οι κομματικοί συμβουλάτορες. Ένας νέος «Πέτρουλας» προς πάσα αξιοποίηση και εκμετάλλευση.
Και μετά, τώρα, έγινε «ημέρα μνήμης». Όχι για τη μάνα βέβαια. Της μάνας ο πόνος είναι «μνησιπήμων, στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο». Έγινε «ημέρα μνήμης, στοχασμού και διαμαρτυρίας» για όλους όσοι το όνομα «Αλέξης» κάτι τους είπε και κάτι συνεχίζει να τους λέει. Και κυρίως για τα παιδιά, για να βγουν ξανά στο δρόμο και να φωνάξουν: «Αλέξη ζεις. Εδώ μες την καρδιά μας. Εδώ μες στα όνειρά μας». Αλλά και «ημέρα μνήμης και υποκρισίας» για όλους όσοι θέλουν απλώς να αφιερώσουν κάποια δακρύβρεχτα δευτερόλεπτα στο αδικοχαμένο παλικάρι ή για να πετύχουν μια «ελεγχόμενη έκρηξη» της νεανικής οργής.
Πολλά ήταν και έγινε ο Αλέξης.
Μα πάνω απ΄ όλα ήταν ένα παιδί· όπως άλλωστε τόσα, μα τόσα άλλα παιδιά.  
Και έγινε μια σφαίρα. Μια σφαίρα στην καρδιά ενός παιδιού, μια σφαίρα στην καρδιά μιας μάνας, μια σφαίρα στην καρδιά της δημοκρατίας, μια σφαίρα στην καρδιά του μέλλοντος.
Μια σφαίρα όμως που έβγαλε μια σπίθα. Όχι όταν έφυγε από την κάνη του όπλου. Όχι όταν εξοστρακίστηκε, προσκρούοντας σε κάποια σκληρή επιφάνεια. Μα, όταν χτύπησε κατευθείαν στη μαλακή καρδιά. Όταν ζύγωσε και πυρώθηκε από τη φλόγα της καρδιάς.
Και αυτό κρατώ πως έγινε ο Αλέξης. Ο Αλέξης έγινε -και είναι- μια σπίθα.    
 

Η αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης θα επιτευχθεί με… την ενοποίηση-συγχώνευση σχολικών μονάδων! / δημοσ. στις 2-12-2010 στις www.ripes.gr

Ο δρόμος για την αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης στη χώρα μας περνάει και μέσα από την ενοποίηση και συγχώνευση των Σχολικών Μονάδων!
Αυτή είναι μία από τις προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας -να με συμπαθάτε, μα το άλλο μακρινάρι με δυσκολεύει αφάνταστα- που ετέθη προς δημόσια διαβούλευση. Και για του λόγου το αληθές, μεταφέρω αυτολεξεί το σχετικό χωρίο από το δελτίο τύπου του υπουργείου (02/12/2010) για την «Αναβάθμιση της διοίκησης της εκπαίδευσης»: «Η απόδοση αυξημένης αυτονομίας στις Σχολικές Μονάδες και η αύξηση των αρμοδιοτήτων των διευθυντών των σχολικών μονάδων καθιστά απαραίτητη τη λήψη μέτρων όπως (μεταξύ άλλων): Ενοποίηση – συγχώνευση Σχολικών Μονάδων».
Αυτή και αν είναι πρόταση!
Αυτή και αν είναι «ρητορική» και «υποκρισία»!
Διότι, καταρχάς, δε χρειάζεται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, αφού ήδη έχει τεθεί σε εφαρμογή. Ήδη από τον Σεπτέμβρη έχουν συγχωνευθεί ουκ ολίγες σχολικές μονάδες σ΄ όλες τις περιφέρειες της χώρας. Και συνεχίζεται η πυρετώδης συλλογή στοιχείων από τις περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης για εντατικοποίηση των συγχωνεύσεων μέσα στο 2011-2012. Αν και, πίσω από τον στόχο της ενοποίησης-συγχώνευσης, υποφώσκει ένας άλλος στόχος, η κατάργηση σχολικών μονάδων, η οποία, παρεμπιπτόντως, ήδη έχει ξεκινήσει, κυρίως στα ολιγοθέσια Δημοτικά της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Διότι, η αυτονομία στις Σχολικές Μονάδες δεν προκύπτει μέσα από «λογικές συγχωνεύσεων» και «υπερφόρτωσης» των ήδη βεβαρημένων Σχολικών Μονάδων. Προκύπτει μέσα από την ουσιαστική αποκέντρωση και την ενδυνάμωση του ρόλου τους στην χάραξη και υλοποίησης εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής. 
Διότι, η αύξηση των αρμοδιοτήτων των διευθυντών δεν επιτυγχάνεται μέσα από την αύξηση των τμημάτων και του αριθμού των μαθητών και του εκπαιδευτικού και βοηθητικού προσωπικού· μια τέτοια αύξηση μόνο με επιπλέον γραφειοκρατικές ευθύνες, υποχρεώσεις και άγχος επιφορτίζει τον διευθυντή. Επιτυγχάνεται μέσα από την εκχώρηση ουσιαστικών αποφασιστικών αρμοδιοτήτων στον διευθυντή, προκειμένου να μπορεί να συνδιαμορφώνει με τα υπόλοιπα «όργανα συμμετοχής» της Σχολικής Μονάδας τούς στρατηγικούς της κυρίως στόχους.
Διότι, είναι ανακόλουθο -και παιδαγωγικά ανεπίτρεπτο- από τη μια να επικαλείσαι την αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης και από την άλλη να στοιβάζεις τους μαθητές σε τμήματα, όπου η αναλογία μαθητών-εκπαιδευτικού είναι διπλάσια ή και παραπάνω της μέγιστης αποδεχτής αναλογίας, που όλα τα παιδαγωγικά εγχειρίδια προτείνουν (1 προς 15). Ένα τέτοιο στοίβαγμα μόνο ποιοτικά χαρακτηριστικά δεν μπορεί να προσδώσει στην εκπαίδευση. Απεναντίας, εμποδίζει την εφαρμογή αποτελεσματικότερων μεθόδων διδασκαλίας, όπως είναι οι συνεργατικές μέθοδοι, ακυρώνει την εξατομικευμένη διδασκαλία, δυσχεραίνει την επίτευξη των διδακτικών και παιδαγωγικών στόχων, επιβαρύνει το «κλίμα της τάξης», δυσκολεύει την προσέγγιση και επικοινωνία μαθητών-εκπαιδευτικών και εν τέλει καθιστά αναποτελεσματική την εκπαιδευτική πράξη.  
 Διότι, είναι ανακόλουθο -και κοινωνικά ανεπίτρεπτο- από τη μια να ευαγγελίζεσαι την στήριξη-ενίσχυση της περιφέρειας, και κυρίως των απομακρυσμένων περιοχών της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, και από την άλλη να αλλάζεις τον «χάρτη της εκπαίδευσης» εις βάρος τους, οδηγώντας σε συρρίκνωση του σχολικού τους δικτύου, άρα και των μορφωτικών τους δικαιωμάτων, ακυρώνοντας ή καταλύοντας, παράλληλα, ακόμη και το Σύνταγμα (η ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 101 του ελληνικού Συντάγματος, περί νησιωτικότητας, επιτάσσει «τη διοίκηση και τον κοινό νομοθέτη…να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών…».
Διότι, είναι ανακόλουθο -και ηθικά ανεπίτρεπτο- να «παράγεις» εκπαιδευτικούς, οδηγώντας τους νέους στις παιδαγωγικές σχολές, μόνο και μόνο για να μην καταγράφονται αμέσως στη λίστα των ανέργων και μετά, συρρικνώνοντας το δίκτυο της εκπαίδευσης, να τους αφήνεις αδιόριστους,. Και δεν μπορείς να ζητάς από τους εν ενεργεία εκπαιδευτικούς με ηρεμία και αυτοσυγκέντρωση να αποδίδουν τα μέγιστα στο λειτούργημά τους και συγχρόνως να τους έχεις σε καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας, μην τυχόν καταργηθούν ή συρρικνωθούν οι Σχολικές τους Μονάδες, οι ώρες διδασκαλίας τους και χάσουν, τελικά, την οργανική τους θέση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον. 
Και τέλος, διότι είναι ανακόλουθο -και πολιτικά ανεπίτρεπτο- να διαλαλείς το πόσο σημαντική «επένδυση» για μια χώρα είναι η εκπαίδευση και να δεσμεύεσαι για αύξηση της χρηματοδότησης αυτής και ταυτόχρονα να αναπτύσσεις μια παρελκυστική ρητορική περί δήθεν αναβάθμισης, αυτονόμησης και ενίσχυσης της μόνο και μόνο για να συγκαλύψεις την πολιτική λιτότητας και περικοπών. Μόνο και μόνο για να διασκεδάσεις τις εντυπώσεις. Μόνο και μόνο για να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα. 

Στην Ε.Ε. η νέα φάση του πειράματος…/ δημοσ. στις 2-12-2010 στις www.ripes.gr

Το πείραμα που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 (το 1973 για την ακρίβεια, μετά την ενεργειακή κρίση) στις χώρες της Κεντρικής Αμερικής και είχε ως στόχο τον πολιτικό έλεγχο αυτών μέσω των μηχανισμών οικονομικής βοήθειας-εξάρτησης του Δ.Ν.Τ., προκειμένου να μην μολυνθούν από τον «ιό της επανάστασης» που ενδημούσε στην Κούβα του Φιντέλ Κάστρο, και μετά επεκτάθηκε στις χώρες της Μαύρης Ηπείρου, προκειμένου να περιφρουρηθεί η καταλήστευση του ορυκτού τους πλούτου, και στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, προκειμένου να απομονωθεί πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά η επανακάμπτουσα Ρωσία, διεξάγεται πλέον μέσα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα νέα πειραματόζωα-θύματα είναι η Ελλάδα και η Ιρλανδία. Έπεται, καθώς φαίνεται, και η Πορτογαλία.
Και αν ο μέχρι τώρα στόχος του πειράματος αυτού ήταν σαφής και ευδιάκριτος, ο «παραδοσιακός», όπως τον γνωρίζαμε, έλεγχος περιοχών νευραλγικής γεωπολιτικής σημασίας για τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των δυνάμεων που κατασκεύασαν και χειραγωγούν το Δ.Ν.Τ. και πιο συγκεκριμένα της Αμερικής, η οποία είναι και η βασική χρηματοδότρια των ληστρικών αυτών δανείων, τώρα τα πράγματα περιπλέκονται.
Περιπλέκονται διότι στοχοποιούνται χώρες οι οποίες παραδοσιακά ανήκουν στον «κλαμπ» της Ε.Ε., έστω και αν δεν αποτελούν τον «σκληρό της πυρήνα», έστω και αν αποτελούν την «περιφέρεια της», έστω και αν αποτελούν το «μαλακό της υπογάστριο». Γιατί, μπορεί η Ελλάδα, η Ιρλανδία και οσονούπω η Πορτογαλία να είναι οι «αδύναμοι κρίκοι», δεν παύουν όμως να αποτελούν τους κρίκους μιας αλυσίδας η οποία φτιάχτηκε για να δέσει -ή και να αλυσοδέσει- έναν οικονομικο-πολιτικό υπερεθνικό σχηματισμό, την Ε.Ε. και ένα υπερεθνικό -και ομολογουμένως ισχυρό- νόμισμα, το Ευρώ. Και περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, όταν ακούγεται πως τα επόμενα πειραματόζωα-θύματα μπορεί να είναι η Ισπανία, η Ιταλία, ακόμη και η Ολλανδία.
Περιπλέκονται διότι το «πιστόλι» πλέον το κρατούν -και το δίνουν στα θύματά τους μόνο για να αυτοκτονήσουν- τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι με τις κερδοσκοπικές τους επιθέσεις και τις αρνητικές αξιολογικές τους εκθέσεις, κάνοντας καθημερινά πάρτι με τα spreads. Και περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, όταν ακούγονται φωνές που θέλουν αυτά τα ίδια τα ιδρύματα να τα αναγορεύσουν ως «σωτήρες» των χωρών αυτών (πρόταση Γερμανίας και Γαλλίας για συμμετοχή ιδιωτών στην αγορά κρατικών ομολόγων των χωρών που αναζητούν στήριξη από τον μηχανισμό).
Περιπλέκονται διότι οι μηχανισμοί αυτοί οικονομικο-πολιτικής εξάρτησης, αντί να αποδυναμώνονται, ενισχύονται και νομιμοποιούνται θεσμικά με τη συμμετοχή στο πείραμα, εκούσια ή εξ ανάγκης, και των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. (Ε. Επιτροπή και Ε.Κ.Τ.). Και περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, όταν μερίδιο στα προσδοκώμενα οφέλη διεκδικούν και κραταιές ευρωπαϊκές καπιταλιστικές δυνάμεις -με προεξέχουσα τη Γερμανία- αναπτύσσοντας μεταξύ τους άλλοτε διελκυστίνδες και άλλοτε αλισβερίσια.
Τα νέα αυτά στοιχεία δημιουργούν και νέα δεδομένα. Δημιουργούν ένα «νέο περιβάλλον» μέσα στο οποίο διεξάγεται το πείραμα, με νέες μεταβλητές και νέους στόχους. Ένα περιβάλλον που πρέπει άμεσα να αποκωδικοποιηθεί και να μελετηθεί, πριν αλλάξει δραματικά η «οικονομικο-πολιτική γεωγραφία» της Γηραιάς Ηπείρου, όπως βέβαια και ολόκληρου του κόσμου, εις βάρος, όχι τόσο των κρατικών μηχανισμών και συνασπισμών, όσο των λαών και πολιτών.
Η δική μου πάντως αίσθηση είναι πως το καπιταλιστικό σύστημα, μετά τους κλυδωνισμούς που υπέστη εξαιτίας της πρόσφατης οικονομικής κρίσης στη φυσική του κοιτίδα, την Αμερική, «αυτορυθμίζεται και αυτοποιείται», αναδιπλώνεται και αυτονομείται. Υπερβαίνει το πλαίσιο των μέχρι τώρα συμβατικών προσεγγίσεων και ερμηνειών τύπου «πίσω από το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκονται τα αμερικάνικα συμφέροντα». Πίσω από το καπιταλιστικό, λοιπόν, σύστημα βρίσκονται τα συμφέροντα του ίδιου του συστήματος. Συμφέροντα που, προς στιγμή, αμφισβητήθηκαν και απειλήθηκαν.
Το σύστημα βρυχάται και εκδικείται. Και δείχνει τα δόντια του. Ακόμη και στις χώρες που το υπηρετούν.

Δυο αράδες αφιερωμένες σε όλους όσοι μας χτυπάνε• σε όλους όσοι θέλουν να χτυπάνε και να φιμώνουν τους ανθρώπους /δημοσ. στις 27-11-2010 στις www.ripes.gr

Και θα επιμένουμε ακόμη περισσότερο.
Γιατί έχουμε δύναμη. Μια τεράστια δύναμη, μια ασύλληπτη δύναμη, μια εκνευριστικά απειλητική δύναμη. Έχουμε τη δύναμη την ξεχασμένη. Τη δύναμη του ανθρώπου. Την σκέψη. Ελεύθερη. Απαλλαγμένη από φερτές ύλες. Χωρίς προπετάσματα και προσκόμματα. Απούλητη και ακέρια. Χωρίς δεκανίκια και μπαλώματα. Και ακούραστη. Που καματεύει και ξακρίζει όλα εκείνα τα χωράφια που κάποιοι τα θέλουν άνυδρα, ξερικά, άγονα. Απλά σκεφτόμαστε. Και σκεφτόμαστε φωναχτά. Χωρίς φόβο.

Και εξουσία έχουμε. Την πιο ισχυρή. Πιο ισχυρή και από όλες τις εξουσίες μαζί. Γιατί δεν ανήκουμε πουθενά. Δεν ανήκουμε σε κανέναν. Δε χαριζόμαστε σε κανέναν. Δε θυσιαζόμαστε για κανέναν. Εξουσιάζουμε την σκέψη μας, την ύπαρξή μας, τη ζωή μας. Ανήκουμε στον εαυτό μας. Και στα παιδιά μας.  

Και μάτια έχουμε. «Πάντ΄ ανοιχτά, πάντ΄ άγρυπνα». Που αστράφτουν σαν το ατσάλι στο νερό. Που ρυτιδώνουν το θολό, που χαρακώνουν το γκρίζο, που σκίζουν το μαύρο. Και ατενίζουν το φως.  

Και ψυχή έχουμε. Που αισθάνεται και πονάει, καθώς τραγωδοποιεί το σολωμικό δράμα «να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό». Που δακρύζει και οργίζετε, καθώς βλέπει όλες εκείνες τις «μαραγκιασμένες από δημόσια αξιώματα και αμαρτίες» σεφερικές ψυχές «να πελεκούν τον τόπο τούτον και να τον καίνε σαν το πεύκο». Που περιγελά και θεριεύει, σαν την ψυχή του αγράμματου και άξεστου εκείνου γέρου, του Μακρυγιάννη, όταν, βλέποντας τα αλισβερίσια των κοτζαμπάσηδων για την εξουσία, ξεστόμιζε «και τα οτζάκια καύλωναν». 

Και πάνω απ’ όλα έχουμε όλους εσάς που μας χτυπάτε! Που χαλυβδώνετε τη δύναμή μας, που εδραιώνετε την εξουσία μας, που κρατάτε ξάγρυπνα τα μάτια μας και καθαρή την ψυχή μας.

Γι’ αυτό μη σταματάτε. Μη σταματάτε να μας χτυπάτε. Μη σταματάτε να χαλκεύετε και να στιλβώνετε ό,τι πιο πολύτιμο διαθέτουμε!      

Μια συστημική προσέγγιση της «αντισυστημικής ψήφου» / δημοσ.19-11-2010 στο www.ripes.gr

Αποχή! Μα τόσο υψηλή; Ναι, τόσο υψηλή!
Άκυρα και λευκά! Μα τόσα πολλά; Ναι, τόσα πολλά!
Πάτρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη! Δημαράς, Καμίνης (δυνάμει και Αμυράς), Μπουτάρης! Μα τέτοια ανατροπή; Ναι, τέτοια ανατροπή!
Να οι βασικότερες απορίες και εκπλήξεις των αυτοδιοικητικών εκλογών του 2010. Να το λεξιλόγιο και η ημερήσια διάταξη των απόηχων εκλογοαναλύσεων.
«Μια αντιπολιτική ψήφος, μια ψήφος αντίδρασης, μια αντισυστημική ψήφος» ανέκραξαν διάφοροι πολιτικοί αναλυτές.
Ναι, ωραία, συμφωνούμε. Και τώρα, τι; Τι γίνεται από εδώ και πέρα;
Τα γνωστά θα απαντούσε ο οιοσδήποτε, μυημένος ή μη, παρατηρητής των εκλογοπολιτικών πραγμάτων και εξελίξεων. Αρκούμαστε στις διαπιστώσεις. Και όταν θέλουμε να απαλλαγούμε και από αυτές,  γιατί μας ενοχλεί η παρουσία τους, επιδιδόμαστε στο γνωστό μας άθλημα των αδιέξοδων αναλύσεων και των ανέξοδων αντιπαραθέσεων για το μήνυμα, τα μηνύματα, ποιος το έστειλε, ποιος το πήρε. Και πολλά άλλα τέτοια μέχρι που χάνουμε την μπάλα, κλείνει το ζήτημα και επανερχόμαστε «στα ίσια μας», στην ισορροπία μας που προς στιγμή απειλήθηκε και διαταράχθηκε.
Δε φταίνε όμως γι΄ αυτό τα κόμματα, δεν φταίνε οι πολιτικοί, δε φταίνε κάποιοι δημοσιογράφοι. Αυτοί τη δουλειά τους κάνουν. Και την κάνουν σωστά.
Το θέμα είναι, τι κάνουμε εμείς; Πώς εμείς λαμβάνουμε τα όποια μηνύματα, τα αναλύουμε και αντιδράμε;
Είναι σίγουρα θέμα οπτικής θα απαντούσε κάποιος.
Ναι, είναι θέμα οπτικής. Και είναι θέμα να καταλάβουμε πρώτα, και πάνω απ΄ όλα, τη θέση μας, την πλευρά μας. Πώς όμως μπορούμε να το πετύχουμε αυτό;     
Υπάρχει μια θεωρία, γνωστή από τον 17ο αι., από τον Νεύτωνα, η θεωρία των συστημάτων, η Συστημική Θεωρία, η οποία στο επιστημονικό διάβα εξελίχθηκε και αποτέλεσε εργαλείο για τη μελέτη και ερμηνεία όλων των «συστημάτων».
Τι λέει; Λέει ότι -αναφέρομαι στη Συστημική του Παρατηρητή, στη 2η τάξη των κυβερνητικών, όπως ονομάζονται- ο κόσμος, ως υπερσύστημα, είναι μια σύνθετη και πολύπλοκη συστάδα συστημάτων που αυτοποιούνται, καθώς λαμβάνουν, ιεραρχούν και ταξινομούν πληροφορίες. Μέσα από αυτήν την οπτική ο κόσμος χάνει το χαρακτήρα μιας «απόλυτα ορθολογιστικής πραγματικότητας» και αναφύεται ένας ορίζοντας νοημάτων, όπου για το «είναι», το «ισχύει» και το «αξίζει» αποφαίνονται και αποφασίζουν συστήματα-παρατηρητές στο πλαίσιο -για να θυμηθούμε και λίγο τον Καστοριάδη στη Φαντασιακή θέσπιση της Κοινωνίας-  των αναγκών, των προθέσεων και των συμφερόντων τους.
Τα συστήματα αυτά είναι δύο κατηγοριών, τα κοινωνικά συστήματα-παρατηρητές (τα διάφορα εξουσιαστικά υποκείμενα) και τα συνειδησιακά συστήματα-παρατηρητές (οι άνθρωποι-τα ανθρώπινα υποκείμενα) και αναπτύσσουν έντονα αναδραστικές σχέσεις τόσο μεταξύ τους όσο και με τα «περιβάλλοντά τους».
Και όσον αφορά στα πρώτα, στα κοινωνικά συστήματα-παρατηρητές, η βασική τους στόχευση είναι διττή, από τη μια η μεταξύ τους συνύπαρξη και συνεξέλιξη στη βάση της ορθολογικότητας και της ανταγωνιστικότητας και από την άλλη η αναπαραγωγή και περαιτέρω ενίσχυσής τους μέσω της επιβολής τους στα συνειδησιακά συστήματα-παρατηρητές. Και αυτό το πετυχαίνουν αυτοοριζόμενα ως «θεσμικοί συνομιλητές», διαμορφώνοντας και αρθρώνοντας δηλαδή έναν εξουσιαστικό και παρελκυστικό λόγο πάνω στα συνειδησιακά συστήματα-παρατηρητές, προτάσσοντας την ανάγκη εφαρμογής ενός «αξιακού συστήματος», που δεν είναι παρά μια «τεχνητή κατασκευή απόκρυψης και εξυπηρέτησης» των ιδιοτελών κινήτρων και συμφερόντων τους.
Και το πολιτικό σύστημα είναι ένα τέτοιο σύστημα. Ως προς τη δομή του είναι ένα σύστημα-παρατηρητής, το οποίο εντάσσεται σε μια αλυσίδα υπερσυστημάτων, π.χ. αποτελεί μέρος του ευρύτερου κοινωνικού ή και παγκόσμιου συστήματος, και υποσυστημάτων, είτε αυτά είναι κοινωνικά, π.χ. πολιτικά κόμματα, είτε συνειδησιακά, π.χ. άνθρωποι-πολίτες-ψηφοφόροι-εκλογείς. Ως προς τη λειτουργία είναι πολύπλοκο, εξαιτίας της ποικιλίας των δικτύων λειτουργιών που αναπτύσσονται και δρουν μέσα σ΄ αυτό, όπως το δίκτυο επικοινωνίας, το δίκτυο ελέγχου, το δίκτυο ενεργειών, το δίκτυο αξιολόγησης και κυρίως το «εκτελεστικό» δίκτυο. Ως προς τη σχέση του με το «περιβάλλον», με τους παράγοντες δηλαδή που επηρεάζουν και επηρεάζονται από το σύστημα, είναι ρευστό, υπό την έννοια ότι τα όρια που διαχωρίζουν το σύστημα από το περιβάλλον είναι ρευστά και το σύστημα είναι ανοικτό, ασκεί δηλαδή και δέχεται επιδράσεις από το περιβάλλον. Και τέλος, ως προς τη στόχευσή του χαρακτηρίζεται από τη συνεχή προσπάθειά του να επιβάλλει την εξουσία του στα συνειδησιακά υποσυστήματα-παρατηρητές, δηλαδή στους πολίτες, και με διάφορους τρόπους να αναπαραχθεί και να ενισχυθεί.
Αν αξιοποιήσουμε, λοιπόν, μια τέτοια γνώση, μια τέτοια προσέγγιση, μπορούμε να καταλάβουμε πολλά. Μπορούμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα του πολιτικού συστήματος, τη δομή και λειτουργία του, τη ρευστότητά του, τη σχέση του με τα άλλα συστήματα και με τα «περιβάλλοντά του», τους μηχανισμούς επιβολής και άμυνας που διαθέτει κ.ο.κ.
Και κυρίως, μπορούμε να ερμηνεύσουμε καλύτερα τα εκάστοτε πολιτικά δεδομένα. Όπως και τα δεδομένα αυτών των εκλογών.
Ιδωμένα μέσα από ένα τέτοιο συστημικό πρίσμα τα δεδομένα αυτών των εκλογών αλλάζουν λίγο διάσταση. Ξεμακραίνουν από τις στερεότυπες και συνήθως καθοδηγούμενες αναλύσεις που στόχο έχουν την αναπαραγωγή της αδράνειας. Και αποκτούν έναν πιο δυναμικό χαρακτήρα.
Αν λοιπόν δούμε έτσι τα δεδομένα των εκλογών αυτών -εννοώ την αποχή, τα λευκά ή συνειδητά άκυρα και τις «εκπλήξεις» τύπου Δημαρά, Καμίνη, Μπουτάρη- θα καταλάβουμε, ή τουλάχιστον θα υποψιαστούμε, πως η όποια τους ανάλυση και ερμηνεία δεν μπορεί να εξαντλείται σε απλές γραμμικές αιτιοκρατικές σχέσεις, τύπου «οφείλεται στην πολιτική δυσπιστία, στην απογοήτευση, στην αδιαφορία κ.λπ.» ή σε γραμμικές διαπιστώσεις τύπου «πρόκειται για μια αντισυστημική ψήφος».
Θα καταλάβουμε, ή τουλάχιστον θα υποψιαστούμε, πως σχετίζεται και με άλλες διαστάσεις, με άλλες διεργασίες, οι οποίες συντελούνται στους κόλπους των πολιτών. Θα καταλάβουμε, ή τουλάχιστον θα υποψιαστούμε,  πως σχετίζεται τόσο με τη διαδραστική επικοινωνία μεταξύ των συνειδησιακών υποκειμένων, δηλαδή μεταξύ ημών των πολιτών, όσο και με την αναδραστική μας σχέση με τα υπερσυστήματά μας –και όχι μόνο το κομματικό ή πολιτικό-, προκειμένου να επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητά μας, το ρόλο μας, τη δράση μας και την αντίδρασή μας προς τον εξουσιαστικό λόγο αυτών των υπερσυστημάτων.
Και αυτές οι διεργασίες είναι ό,τι πιο σημαντικό, διότι σηματοδοτούν μια διαδικασία αυτορρύθμισης. Προσπαθούμε απλά να αυτορρυθμιστούμε ως συνειδησιακό σύστημα, να επαναπροσδιοριστούμε και να διεκδικήσουμε εκ νέου το ρόλο μας στον καθορισμό των υπερσυστημάτων μας, και ειδικότερα του πολιτικού. Διότι, μεταξύ υπερσυστημάτων και υποσυστημάτων υπάρχει μια σχέση δυναμικής και δραστικής αλληλεπίδρασης, δεδομένου ότι κάθε υπερσύστημα επηρεάζει το υποσύστημά του, υπό την έννοια του ελέγχου ή της προσφοράς ευκαιριών για δράση, αλλά και κάθε υποσύστημα επηρεάζει το υπερσύστημά του, υπό την έννοια ότι, όποια αλλαγή συντελείται στο υποσύστημα αντανακλάται και στο υπερσύστημα του.
Αυτή όμως η διαδικασία της αυτορρύθμισης και της αλλαγής δε συντελείται αυτόματα. Γίνεται σταδιακά. Συχνά και αποσπασματικά. Και ενέχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά. Ενέχει, καταρχάς, την ασυνέχεια και την αβεβαιότητα όσον αφορά στις επιλογές και τις κατευθύνσεις προς τις οποίες πρόκειται να προσανατολιστούν τα συνειδησιακά υποκείμενα, οι πολίτες. Και υπό αυτήν την έννοια μπορεί να ερμηνευτεί η αποχή. Ενέχει επίσης τη διαδικασία αποδόμηση των επιβεβλημένων από το πολιτικό υπερσύστημα επικαθορισμών, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί με το συνειδητά άκυρο ή το λευκό. Και τέλος, ενέχει τη διαδικασία της αναδόμησης, μέσω της επιλογής προσώπων και πολιτικών που αποκλίνουν από τους ποιοτικούς και ποσοτικούς δείκτες που το πολιτικό υπερσύστημα προσπαθεί να επιβάλλει. Πάνω σ΄ αυτό όμως πρέπει να τονιστεί πως οι επιλογές αυτών των «αντισυστημικών προσώπων» πρέπει να ιδωθούν μόνο ως «σημεία αναδόμησης» και όχι ως τεκμήρια, διότι η πορεία της αναδόμησης είναι μακρά και συχνά πλασάρονται από τα υπερσυστήματα «εναλλακτικές επιλογές προσώπων και πολιτικών» που σκοπό έχουν να παγιδεύσουν τους πολίτες και το συλλογικό υποσυνείδητο στην «ψευδαίσθηση της αναδόμησης» και να φρενάρουν την πραγματική πορεία προς αυτήν. Και αυτό έχει επαληθευτεί ουκ ολίγες φορές. 
Αν λοιπόν δούμε και ερμηνεύσουμε έτσι αυτά τα δεδομένα, θα αντιληφθούμε πως σηματοδοτούν την αρχή μιας πορείας αλλαγής και αυτορρύθμισης. Μιας πορείας που οφείλουμε να ακολουθήσουμε και να ενισχύσουμε. Και όταν αυτή η αντίληψη γίνει συνείδηση και δράση, τότε -και μόνο τότε- μπορεί να ολοκληρωθεί και να δώσει ουσιαστικά αποτελέσματα.
Σε διαφορετική περίπτωση θα μείνει αποσπασματική και ατελής. Και κυρίως ευάλωτη στα χέρια του «πολιτικού και κομματικού συστήματος». Γιατί τα κοινωνικά υπερσυστήματα και καλύτερους μηχανισμούς ανατροφοδότησης διαθέτουν, έτσι ώστε πιο γρήγορα να αντιλαμβάνονται τις ανεπιθύμητες αποκλίσεις της συμπεριφοράς των συνειδησιακών τους υποσυστημάτων, και ποιο ισχυρά όπλα διαθέτουν, λόγω του εξουσιαστικού και παρελκυστικού τους λόγου, ώστε αυτές τις συμπεριφορές να τις «αποδυναμώνουν και καταπνίγουν» και να εξασφαλίζουν τη λειτουργικότητά τους και επιβίωση.   
Το θέμα, λοιπόν, είναι τι κάνουμε εμείς ως πολίτες, ως συνειδησιακά συστήματα-παρατηρητές του πολιτικού υπερσυστήματος. Και αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να κατανοήσουμε το είδος της εξουσίας που ασκεί πάνω μας αυτό και να γίνουμε συνειδητή τελεστές του λόγου μας, διαμορφώνοντας, μέσω διαδικασιών διαβούλευσης και διαλόγου, κοινωνικοπολιτικές προσδοκίες και διεκδικήσεις, ικανές να οδηγήσουν στη χειραφέτησή μας. Και αυτό οφείλουμε να το κάνουμε διαρκώς. Δεν αρκεί μια εφάπαξ δόση συνείδησης και χειραφέτησης για να επέλθουν ανατροπές και αλλαγές..   
Δεν πρέπει, άρα, να ρωτάμε αν το πολιτικό σύστημα ή τα κόμματα έλαβαν το μήνυμα. Αυτά σίγουρα το έλαβαν και προσπαθούν να το αποδυναμώσουν. Αλλά να ρωτάμε αν εμείς λάβαμε το μήνυμα…