Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Ακραία φαινόμενα φτώχειας στην Ελλάδα

Της Ρούλας Σαλούρου
Πηγή:www.capital.gr
Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Υψηλά ποσοστά φτώχειας και φαινόμενα ακραίας υλικής αποστέρησης παρουσιάζει η χώρα μας. Ένας στους δέκα έλληνες αδυνατεί να καλύψει τέσσερις από τις 9 ανάγκες που απαρτίζουν το δείκτη ακραίας υλικής αποστέρησης, έναν εναλλακτικό δείκτη φτώχειας που χρησιμοποιείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και δείχνει τις δραματικές διαστάσεις που προσλαμβάνει το φαινόμενο, το τελευταίο διάστημα.
Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση διερεύνησης αλλά και άμβλυνσης του φαινομένου, επεδίωξε μέσω ενός συγχρηματοδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση Σχεδίου Δράσης, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας σε συνεργασία με το Δίκτυο συνεργασίας «Φτώχεια και Εργασία» που δημιουργήθηκε για να εντοπίζει και να αναδεικνύει τις διαστάσεις του φαινομένου, να εντοπίζει τις υστερήσεις σε κάθε τομέα (εργασιακές σχέσεις, αμοιβές, κοινωνικές μεταβιβάσεις, κοινωνικές υπηρεσίες) και να υποστηρίζει την ανάληψη κοινών δράσεων για την άμβλυνση του προβλήματος.

Σύμφωνα με την πρόεδρο του ΕΚΑ, Στάβη Σαλουφάκου, με βάση τα πιο πρόσφατα δεδομένα, παρόλο που στο δημόσιο διάλογο η φτώχεια ταυτίζεται με την έλλειψη εργασίας, η πλειοψηφία των φτωχών στην Ελλάδα, αλλά και τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, είναι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι. Μάλιστα, η συνδικαλίστρια επισημαίνει πως η οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις που αυτή έχει στην αγορά εργασίας, εκτός από την αύξηση της ανεργίας, θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση στις αποδοχές των εργαζομένων, αυξάνοντας την ανισότητα στη διανομή του εισοδήματος και το ποσοστό των εργαζομένων που βρίσκονται κοντά ή κάτω από το όριο της φτώχειας.

Βάσει της μελέτης του ΕΚΑ η Ελλάδα παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15, της τάξης του 20,1%. Υψηλότατο είναι και το χάσμα φτώχειας (24,7%), ο λόγος δηλαδή της απόστασης του διάμεσου εισοδήματος των φτωχών από το κατώφλι φτώχειας, προς το κατώφλι φτώχειας.

Σύμφωνα με τον ευρέως διαδεδομένο ορισμό της φτώχειας, ένα άτομο θεωρείται φτωχό όταν το εισόδημα του νοικοκυριού στο οποίο είναι μέλος, είναι μικρότερο από το 60% του διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος της χώρας. Το διαθέσιμο εισόδημα ορίζεται ως το εισόδημα μετά τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές. Για τον προσδιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος χρησιμοποιείται μια κλίμακα ισοδυναμίας η οποία σταθμίζει το πρώτο μέλος της οικογένειας με 1, κάθε επιπλέον ενήλικα με 0,5 και κάθε επιπλέον παιδί με 0,3.

Ιδιαίτερα υψηλή είναι στη χώρα μας και η μακροχρόνια φτώχεια. Να σημειωθεί ότι τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ε.Ε. εμφανίζουν οι σκανδιναβικές χώρες καθώς και οι χώρες με συντηρητικό – κορπορατιστικό καθεστώς, δηλαδή οι Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο και Αυστρία, όπου οι κοινωνικές παροχές καλύπτουν ένα σχετικά ευρύ φάσμα κοινωνικών κινδύνων, ωστόσο το δικαίωμα σε αυτές θεμελιώνεται με βάση το κοινωνικο-επαγγελματικό status και την εργασιακή καριέρα των ατόμων.

Το υψηλότερο ποσοστό στις χώρες της Ε.Ε των 27, παρουσιάζει η Ελλάδα και όσον αφορά στην υλική αποστέρηση, ενώ στο 11,2% βρίσκεται και το ποσοστό ακραίας υλικής αποστέρησης. Ο εναλλακτικός αυτός δείκτης, βασίζεται στη δυνατότητα κάλυψης των παρακάτω 9 αναγκών:

1. Γεύμα με ψάρι ή κρέας κάθε δεύτερη ημέρα.
2. μια εβδομάδα διακοπές το χρόνο.
3. αντιμετώπιση έκτακτων εξόδων.
4. επαρκή θέρμανση στο σπίτι.
5. αποπληρωμή χωρίς δυσκολίες των τοκοχρεολυσίων, των ενοικίων και των λογαριασμών.
6. πλυντήριο στην κατοικία διαμονής.
7. έγχρωμη τηλεόραση στην κατοικία διαμονής.
8. τηλέφωνο στην κατοικία διαμονής.
9. κατοχή αυτοκινήτου.

Ένα νοικοκυριό χαρακτηρίζεται από υλική αποστέρηση, όταν αδυνατεί να καλύψει τουλάχιστον 3 από τις 9 αυτές ανάγκες. Επίσης, χαρακτηρίζεται από ακραία υλική αποστέρηση όταν υπάρχει αδυναμία κάλυψης τουλάχιστον 4 από τις 9 ανάγκες.

Όσον αφορά στη φτώχεια των εργαζομένων, η μελέτη δείχνει ότι οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου παρουσιάζουν υπερτριπλάσιο κίνδυνο φτώχειας σε σχέση με τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου (16% έναντι 5,1%). Οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης έχουν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο φτώχειας σε σχέση με τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης (26% έναντι 13,5%). Οι κίνδυνος φτώχειας των εργαζόμενων πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα, είναι υψηλότερος από τον κίνδυνο φτώχειας των εργαζόμενων μερικής απασχόλησης στην Ε.Ε.

Τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα και την Ε.Ε. εμφανίζουν τα μονογονεϊκά νοικοκυριά με παιδιά.

Στο σύνολο της ελληνικής περιφέρειας, το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας παρουσιάζει ο αγροτικός κλάδος και το χαμηλότερο ο κλάδος της εκπαίδευσης.

Στην Αττική, υψηλότερος κίνδυνος φτώχειας καταγράφεται στον κατασκευαστικό κλάδο και χαμηλότερος στις επικοινωνίες.

Σύμφωνα με την κ. Σαλουφάκου, η αντιμετώπιση της φτώχειας των εργαζομένων προϋποθέτει την ενίσχυση της πλήρους και καλά αμειβόμενης απασχόλησης με σταθερότητα στη σχέση εργασίας, ενώ είναι απαραίτητο να αναμορφωθεί το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, ώστε να καταστεί αποτελεσματικό στην άμβλυνση της φτώχειας που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους.

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Η φτώχεια στον καιρό της αφθονίας

Η φτώχεια στον καιρό της αφθονίας
Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος
http://www.tovima.gr

Σύμφωνα με τη διατύπωση του αμερικανού ανθρωπολόγου Μάρσαλ Σάλινς, η μόνη μέχρι τώρα κοινωνία της αφθονίας, η μόνη δηλαδή ανθρώπινη κοινωνία που δεν γνώριζε τη φτώχεια, ήταν η νεολιθική. Δεν πρόκειται για απλό παραδοξολόγημα.
Αν ορίσουμε τη φτώχεια ως μια κατάσταση όπου υπάρχουν μεγάλες παρεκκλίσεις ανάμεσα στις ανάγκες των ατόμων και στη δυνατότητά τους να τις ικανοποιούν, τότε είναι προφανές ότι οι κοινωνίες οι οποίες παράγουν μεν από κοινού λίγο αλλά αυτό που παράγουν τους φθάνει, δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν φτωχές. Οι πρωτόγονοι που κυνηγούν μόνον τόσα θηράματα και μαζεύουν μόνον τόσους άγριους καρπούς όσο τους χρειάζεται για να χορτάσουν δεν είναι φτωχοί. Και γι' αυτό ακριβώς αφού ασχοληθούν ελάχιστες ώρες για να εξασφαλίσουν τον επιούσιο, αφού δηλαδή τελειώσουν τη σύντομη αναγκαία «εργασία» τους, περνούν τον υπόλοιπο «ελεύθερο χρόνο» τους κατά το δοκούν. Ικανοποιώντας λοιπόν όλες τους τις ανάγκες ζουν ως «πλούσιοι».

Η φτώχεια είναι συνεπώς ιστορική κατηγορία. Η στέρηση, η επιβίωση κάτω από το ελάχιστο συντήρησης και η αθλιότητα είναι φαινόμενα και ερωτήματα που δεν είναι δυνατόν να τεθούν έξω από τις κοινωνίες που τα εκτρέφουν. Κάθε κοινωνία δημιουργεί τις δικές της ανάγκες, παράγει τα δικά της στερητικά σύνδρομα και ορίζει τα δικά της ηθικά και κοινωνικά κριτήρια γύρω από τα επιτρεπτά όρια της στέρησης. Και είναι σαφές ότι τα όρια αυτά καθορίζονται ανάμεσα στα άλλα από την έκταση της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας αλλά και για τις κυρίαρχες παραστάσεις, για τα αίτια και τους μηχανισμούς που παράγουν, αναπαράγουν, διαιωνίζουν και επιτρέπουν την ανισότητα αυτή.

* Ανάπτυξη και εξαθλίωση

Ετσι, οι δικές μας ανεπτυγμένες κοινωνίες εμφανίζουν στο σημείο αυτό μια σειρά από γνωρίσματα που τις διαφοροποιούν από όλες τις προηγούμενες. Από τη μια μεριά η ισονομία και η ισοπολιτεία συνεπάγονται την άμεση συγκρισιμότητα όλων των ανθρώπων μεταξύ τους. Ολοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου αλλά και ενώπιον της φαντασιακής συγκρότησης των βιοτικών τους προοπτικών. Οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουν ταυτόσημο δικαίωμα να διεκδικούν και να αποκτούν ίσοις όροις πρόσβαση σε όλες τις κοινωνικές αξίες. Και αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον με βάση τα ίδια αφετηριακά κριτήρια.

Από την άλλη μεριά είναι γεγονός ότι οι αξιωματικά πλέον δημοκρατικές κοινωνίες μας γίνονται ολοένα πιο πλούσιες, παράγουν ολοένα και περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες όλων των ειδών και απελευθερώνουν μέσω της πάγκοινης θέασης του πλούτου τα εξ ορισμού πλέον ακαθήλωτα φαντασιακά των ατόμων. Οι ανάγκες και οι στερήσεις είναι πολύ πιο ανυπόφορες όταν δεν είναι γενικές. Οσο πιο άνισες, πιο διαστρωματωμένες και πιο πολωμένες είναι οι κοινωνίες τόσο και διευρύνεται το εύρος των αναγκών που ο κάθε άνθρωπος δικαιούται να απαιτεί να ικανοποιήσει. Μέσα στον περιρρέοντα πλούτο λοιπόν η φτώχεια αναδεικνύεται στο ύψιστο κοινωνικό και ηθικό σκάνδαλο, στην πιο άμεση έκφραση των δυσαρμονιών και αθλιοτήτων της κοινωνίας μας. Πριν καν να μιλήσει κανείς για «κοινωνική δικαιοσύνη» και «κοινωνική επιείκεια» η πραγματικότητα και το θέαμα μιας αυξανόμενης φτώχειας η οποία γειτνιάζει με μιαν επίσης αυξανόμενη αφθονία είναι λοιπόν από κάθε άποψη αποκρουστικό και απαράδεκτο.

Ετσι δεν είναι τυχαίο ότι για πρώτη φορά οι κοινωνίες υποχρεώνονται να ορίσουν και να μετρήσουν τη φτώχεια. Ως «επιτρεπτά όρια της φτώχειας» (δίχως βέβαια να προσδιορίζεται το ηθικό ή λογικό κριτήριο του επιτρεπτού) ορίζονται τα ατομικά εισοδήματα που βρίσκονται κάτω από το ήμισυ του μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος μιας χώρας. Ακόμα λοιπόν και αν το ηθικό και ποιοτικό αυτό σκάνδαλο ορίζεται ποσοτικά, είναι γεγονός ότι ακόμα και έτσι το ζήτημα της φτώχειας μπαίνει στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Κανείς πια δεν δικαιούται να μη βλέπει και να μη γνωρίζει. Οι κοινωνίες μας εκτρέφουν αθλιότητα, πολύ μεγαλύτερη και πιο ανυπόφορη από αυτήν που απλώς τεκμηριώνουν οι αριθμοί. Κάτι πρέπει να γίνει.

* Το χρέος του πλούτου

Πέρα λοιπόν από το ζήτημα της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού αποκλεισμού, ανεξάρτητα από το ζήτημα της ολοένα και πιο άδικης κατανομής του πλούτου και άσχετα από το ζήτημα του αναλφαβητισμού και της ανεργίας, η απόλυτη στέρηση, η φτώχεια και η αθλιότητα είναι προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπισθούν αμέσως. Η κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα, η καθολική εκπαίδευση ακόμα και η πλήρης απασχόληση είναι ζητήματα που αναφέρονται στη θεμελιακή δομή της κοινωνίας. Και με αυτήν την έννοια εντάσσονται στο πλαίσιο ενός πολιτικού και οικονομικού προγραμματισμού, ο οποίος πάντα ιεραρχεί και διαπραγματεύεται. Η αθλιότητα όμως δεν μπορεί να περιμένει. Οι σημερινοί φτωχοί δεν είναι απλώς στερημένοι. Βρίσκονται αποκλεισμένοι από τον κόσμο που τους περιβάλλει, αιχμάλωτοι ενός αξεπέραστου περιθωρίου, ακυρωμένοι ως προς τις θεμελιώδεις λειτουργίες τους ως ελεύθερων ανθρώπων. Η επιβίωση και ενίσχυσή τους δεν είναι λοιπόν καν αντικείμενο μιας «κοινωνικής πολιτικής», η οποία όλο και πιο πολύ εμφανίζεται υποχρεωμένη να συνυπολογίζει μια σειρά από συγκρουόμενες παραμέτρους και αντιτιθέμενα συμφέροντα. Η προστασία των φτωχών από την απόλυτη εξαθλίωση βρίσκεται πριν από την ιεράρχηση των συλλογικών αναγκών, πριν από την κοινωνική ευαισθησία και πριν από τις οποιεσδήποτε άλλες επιλογές. Ασχέτως λοιπόν από το ερώτημα για τα αίτια της φτώχειας, ανεξάρτητα από το κατά πόσον το φαινόμενο αυτό είναι δυνατόν να εξαλειφθεί στο πλαίσιο των καπιταλιστικών κοινωνιών και πέρα από τα μέτρα που είναι δυνατόν να ληφθούν έτσι ώστε να μειωθεί ο αριθμός των εξαθλιωμένων, η συνύπαρξη του τερατώδους πλούτου με την απόλυτη και αυξανόμενη αθλιότητα είναι απολύτως απαράδεκτη. Καμία μελλοντική προσδοκία δεν δικαιώνει την ανοχή ενός φρικαλέου παρόντος. Οσες κοινωνίες είναι έστω και στοιχειωδώς ανεπτυγμένες δεν είναι δυνατόν να ανέχονται την εξαθλίωση των κοινωνιών. Πριν καν να περιφρονήσει ή να φοβηθεί τη φτώχεια, ο πλούτος οφείλει να την ντρέπεται. Και να δρα αναλόγως.

Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Κοινωνική δικαιοσύνη και ελευθερία

Δημητράκος, Δημήτρης
http://www.tovima.gr / ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 14/09/2003

Δύο μεγάλα πνεύματα του περασμένου αιώνα, ο οικονομολόγος F. Α. Hayek (1899-1991) και ο John Rawls (1921-2002) υιοθέτησαν δύο διαφορετικές απόψεις για την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για τον πρώτο η έννοια είναι ανυπόστατη [F. Α. Hayek, (1976) The Mirage of Social Justice, London: Routledge and Kegan Paul. John Rawls (1971) Α Theory of Justice, Harvard: Harvard University Press. Ελληνική μετάφραση Κωνστ. Παπαγεωργίου (επιμ.) (2001) Τζων Ρωλς Θεωρία της δικαιοσύνης. Αθήνα: Πόλις]. Ο δεύτερος την υιοθετεί, μέσα όμως σε ένα συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο και σε συνδυασμό με την αρχή της ελευθερίας.
Λίγοι είναι όμως εκείνοι που χρησιμοποιούν την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του Rawls. Τις περισσότερες φορές ο όρος χρησιμοποιείται ως ηχηρότερο συνώνυμο της ισότητας ή ωσάν να αναφερόταν ο όρος «κοινωνική» σε κάποιο ιδιαίτερο «είδος» δικαιοσύνης.

Και οι δύο χρήσεις του όρου είναι πλανερές. H δικαιοσύνη ξεκινάει από τη βασική αρχή της ισότητας, η οποία όμως αφορά την εφαρμογή κανόνων στις ανθρώπινες δραστηριότητες, όχι τα αποτελέσματα αυτών των δραστηριοτήτων. Από την άλλη μεριά, όταν μιλάμε για δικαιοσύνη με επιθετικό προσδιορισμό, εννοούμε κάτι άλλο από την καθεαυτό δικαιοσύνη. Αναφερόμαστε συνήθως σε μια κατάσταση ή ένα γεγονός που επιβεβαιώνει την παρουσία της δικαιοσύνης στα ανθρώπινα πράγματα σύμφωνα με ένα κοινό αλλά ασαφές αίσθημα δικαίου που έχουμε. Ετσι έχουμε τη θεία δικαιοσύνη ή την ιστορική δικαιοσύνη, η οποία έχει αντικαταστήσει την πρώτη στην κοσμική μας εποχή.

Οσον αφορά την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, το νόημά της σχετίζεται περισσότερο με κάποια ιδέα κοινωνικής αρμονίας ή μιας κοινωνίας στην οποία εξασφαλίζονται όροι αμοιβαιότητας και ισότητας.

Σε όσα θεωρητικά κείμενα γίνεται αναφορά στην κοινωνική δικαιοσύνη συνδέεται η έννοια με ένα ιδανικό ισότητας που λειτουργεί ως «κοινωνική προστακτική», ένα δέον σε μια δίκαιη κοινωνία.

Την ίδια αντίληψη για την κοινωνική δικαιοσύνη φαίνεται να έχουν και στη χώρα μας οι συνήθεις χρήστες του όρου - πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άλλοι διαμορφωτές κοινής γνώμης. Με τη διαφορά ότι στην Ελλάδα η επίκληση στην κοινωνική δικαιοσύνη έχει μια πολιτική αμεσότητα που δεν έχουν τα θεωρητικά κείμενα των προαναφερθέντων φιλοσόφων. Στον τόπο μας η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης ταυτίζεται πρακτικά με την ανάγκη που προβάλλεται κατά καιρούς για κυβερνητική παρέμβαση υπέρ κάποιας κοινωνικής ομάδας που θεωρείται «ειδικά» αδικημένη. Συνηθέστατα, και ασφαλώς όχι συμπτωματικά, οι «ριγμένες» ομάδες είναι αριθμητικά και οργανωτικά ισχυρότατες.

H εκάστοτε πολιτική ηγεσία καλείται στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης να πάρει «τονωτικά» μέτρα υπέρ κάποιου επαγγελματικού κλάδου ή να επιβάλλει κάποιο «φόρο υπέρ τρίτων» (που στην Ελλάδα είναι αμέτρητοι) με σκοπό κάποια εισοδηματική εξισορρόπηση προς την κατεύθυνση της ισότητας. Με δυο λόγια, το πρακτικό νόημα της κοινωνικής δικαιοσύνης σήμερα είναι ο οικονομικός εξισωτισμός, θεωρώντας «δικαιοσύνη» όχι την ισότητα της εφαρμογής κανόνων αλλά την ισότητα των αποτελεσμάτων μετά την εφαρμογή τους και ανεξάρτητα από αυτούς.

Αν η ισότητα αποτελεί μια βασική κοινωνική επιλογή, θα πρέπει να αναμετρήσει κανείς το κόστος της. Ο John Rawls είναι υπέρμαχος του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής δικαιοσύνης, χωρίς όμως να παραβλέπει τη σημασία της ελευθερίας. Κατά τον πολιτικό αυτό φιλόσοφο, στην ιδανικά δίκαιη κοινωνία ισχύει η «αρχή της διαφοράς», όπως την ονομάζει, δηλαδή η ανάγκη ανοχής της αύξησης στην εισοδηματική ανισότητα αν το γενικότερο επίπεδο των εισοδημάτων ανέβει και αν δεν πρόκειται να γίνει ούτε κατά μία μονάδα φτωχότερο ακόμη και το πιο φτωχό μέλος του κοινωνικού συνόλου. Και είναι γνωστό όταν αυξάνεται το εθνικό εισόδημα αυξάνονται κατά κανόνα και οι ανισότητες, εφόσον, υπό συνθήκες ελευθερίας, οι καταναλωτές γινόμενοι οριακά πλουσιότεροι θα καταστήσουν ακόμη πλουσιότερους οσουσδήποτε τους παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες της επιλογής τους.

Υπό αυτές τις συνθήκες πρέπει να αναλογιστεί κανείς τι είναι προτιμότερο: η διατήρηση μεγαλύτερου βαθμού ισότητας με λιγότερη ευημερία ή το αντίστροφο; Το κόστος της επιλογής της «κοινωνικής δικαιοσύνης» με την έννοια της ανάγκης εξισωτισμού μας δίνεται μέσα από τους όρους αυτού του διλήμματος. Μπορεί να θεωρηθεί ότι η ανάγκη εξασφάλισης της «κοινωνικής δικαιοσύνης» υπό τη μορφή της οικονομικής ισότητας είναι απόλυτη, οπότε δεν τίθεται θέμα κόστους. Επιβάλλεται άνευ όρων από τους αυτόκλητους κηδεμόνες ενός κοινωνικού συνόλου, τα μέλη του οποίου δεν θεωρούνται επαρκώς ώριμα για αυτοδιάθεση. Υπό συνθήκες ελευθερίας όμως, το κοινωνικό σύνολο αποφαίνεται, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο. Και είναι εύλογο να προτιμήσουν οι περισσότεροι - και κυρίως οι μη προνομιούχοι - να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους, έστω και αν οι πλούσιοι γίνουν ακόμη πλουσιότεροι.

Δεν μπορεί όμως να αποκλεισθεί η δυνατότητα άλλης επιλογής, δηλαδή της εξασφάλισης μεγαλύτερης ισότητας εις βάρος της οικονομικής βελτίωσης. Αρκεί να υπάρχει ελευθερία επιλογής και αρκεί να τίθενται οι επιλογές της κοινωνίας με σαφείς όρους, χωρίς τον ρητορικό και πομφολυγώδη λόγο που περισσεύει στον τόπο μας.

Ο κ. Δημήτρης Δημητράκος είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ποιος θέτει τα όρια της λογοκρισίας;

Της Πόπης Διαμαντάκου diaman@dolnet.gr
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010
http://www.tanea.gr

στορία ασυναρτησίας και μιζέριας τα πρόστιμα του ΕΣΡ σε σίριαλ και εκπομπές, για αθυροστομίες, αντανακλούν τις πιο ακραία συντηρητικές νοοτροπίες και ανοίγουν τη συζήτηση για τα όρια της λογοκρισίας
Η αλήθεια είναι ότι σε κάθε χώρα η συγκρότηση και η λειτουργία των μέσων αντανακλούν τις κυρίαρχες πολιτικές και κοινωνικές νοοτροπίες. Και όσον αφορά την πλευρά της πολιτικής στη χώρα μας, είναι αλήθεια ότι «βλέπει» τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ως πεδίο ικανοποίησης κομματικών συμφερόντων. Όσο για τις κυρίαρχες νοοτροπίες που εκφράζονται κατά την άσκηση του ελέγχου των μέσων, εδώ θριαμβεύουν οι μικροαστικές αρχές μιας εθνοχριστιανοπαπαδίστικης κλειστοφοβικής Ελλάδας άλλων εποχών.
Απόδειξη; Πρόστιμο στη σάτιρα του Λαζόπουλου για αθυροστομία, παρ΄ όλο που οι γλωσσικές ακρότητες αποτελούν συστατικό της στοιχείο. Για τον ίδιο λόγο όμως, πρόστιμο «έφαγε» και το «4» του Παπακαλιάτη και παλαιότερα ο Γρηγόρης Ψαριανός (εξελέγη βουλευτής λίγο αργότερα) πλήρωσε τη δική του αθυροστομία με διακοπή των εκπομπών του σταθμού Βest. Να προσθέσουμε και το πρόστιμο για το περιβόητο φιλί μεταξύ ανδρών επίσης σε σειρά του Παπακαλιάτη. Σαν Γερμανίδα κουβερνάντα και το ΕΣΡ, που προκειμένου να επιβάλει τον κανόνα της πουριτανικής εκπαίδευσης (όποιος είδε την έξοχη «Λευκή κορδέλα» του Χάνεκε αντιλαμβάνεται τις φαιές- ιδεολογικά- συνέπειες μιας τέτοιας αγωγής), βάζει πιπέρι στο στόμα των «απείθαρχων».

Δίχως κώδικα
«Απείθαρχων» όμως σε σχέση με τι; Ποιος είναι ο κανόνας με βάση τον οποίο ασκεί το ύψιστο πολιτισμικό του έργο το ΕΣΡ; Πότε συζητήθηκε, πότε συγκροτήθηκε ένας σύγχρονος κώδικας δεοντολογίας; Και κάθε πότε ανανεώνεται για να προσαρμοστεί στις σύγχρονες εξελίξεις των κοινωνιών, της αισθητικής, της τεχνολογίας, της πρόσμειξης κουλτουρών, της επιτακτικής ανάγκης για ειρηνική συνύπαρξη των διαφορετικών, της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά και της ελευθερίας των επιλογών, σεξουαλικών και θρησκευτικών; Γιατί μόνο τότε δεν αποτελεί κανόνα λογοκριτικό που κόβει- ράβει στα μέτρα μιας φοβισμένης εξουσίας, γραπωμένης στην ακινησία της «καρέκλας» της.

Μακρά και πικρή η ιστορία του ΕΣΡ, που με αλλεπάλληλους νόμους διευρύνθηκε, συρρικνώθηκε, συνταγματοποιήθηκε, αλλά ουδέποτε ολοκληρώθηκε ως Αρχή, αφού το σημαντικότερο κομμάτι της ύπαρξης και της λειτουργίας της, αυτό που αφορά την αδειοδότηση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου παραμένει ανενεργό. Παρ΄ όλο που τόσο το 1989, όταν πρωτοσυστάθηκε ως Αρχή, όσο και το 1995, όταν απέκτησε συνταγματική κατοχύρωση ως Ανεξάρτητη, ο νόμος του επιφύλασσε μια αρμοδιότητα που τελικώς ουδείς τού την εμπιστεύθηκε.

Ωστόσο τον πολιτισμικό έλεγχο οι αντίστοιχες Αρχές τον ασκούν κατ΄ αρχήν κατά την έκδοση αδείας. Εκεί καταγράφονται οι όροι σύμφωνα με τους οποίους δεσμεύεται να λειτουργεί μια ιδιωτική ραδιοτηλεοπτική επιχείρηση, αλλά και η Ανεξάρτητη Αρχή στο πώς και πότε παρεμβαίνει.

Ακόμη κι έτσι όμως, απαιτούνται ιδιαίτερες θεσμικές προβλέψεις για την άσκηση μιας πολιτισμικής πολιτικής από την πλευρά του ΕΣΡ, της οποίας ύστατο μέτρο είναι τα πρόστιμα.

Για παράδειγμα στη Βρετανία ιδρύθηκε το 1988 ο εποπτικός οργανισμός Βroadcasting Standards Council (ΒSC) για τον έλεγχο στην προβολή της βίας, του σεξ και της αθυροστομίας, ο οποίος εξέδωσε από το 1989 έναν κώδικα για την άσκηση της εποπτείας στα προγράμματα. Η εμπειρία απέδειξε όμως πόσο δύσκολη είναι η εφαρμογή κριτηρίων που αφορούν «ηθικές αξίες», καθώς είναι τόσο ραγδαίες οι κοινωνικές μεταβολές ώστε τέτοιου είδους κώδικες χρειάζονται διαρκή αναθεώρηση και έναν ζωντανό τομέα της διανόησης, που διαρκώς παρεμβαίνει διευρύνοντας τους ορίζοντες της σκέψης και της δράσης ενός ραδιοτηλεοπτικού συμβουλίου.

Ψιλά γράμματα για τη χώρα μας αυτά; Ας μην είμαστε άδικοι. Το έργο μιας ραδιοτηλεοπτικής αρχής είναι το δυσκολότερο. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, όπου το καθεστώς της αγοράς επέβαλε την απόλυτη επιχειρηματική ανεξαρτησία, ύστερα από έντονες προσπάθειες στο Κογκρέσο ψηφίστηκε το 1990 ένας κώδικας δεοντολογίας με στόχο να μειωθεί η προβολή βίας από τα δίκτυα και την καλωδιακή βιομηχανία.

Αλλά μόλις το 1992 κατόρθωσαν το ΑΒC, το ΝΒC και το CΒS να συμφωνήσουν σε κοινές αρχές αυτοελέγχου. Στις ΗΠΑ επίσης, ενώ η ερτζιανή τηλεόραση υπακούει στις αρχές της πουριτανικής κοινωνίας και δεν μεταδίδει σκηνές σεξ, βρίθουν τα λεγόμενα adult channels.

Με άλλα λόγια, η άσκηση πολιτισμικού ελέγχου στη ραδιοτηλεόραση είναι ένα θέμα υπό διαρκή διαπραγμάτευση με την κοινωνία που εξελίσσεται και με την αγορά, στην οποία άλλωστε απευθύνεται και χάρη στην οποία συντηρείται η ιδιωτική ραδιοτηλεοπτική επιχείρηση.

Σε διαφορετική περίπτωση δηλαδή, η αυστηρότητα στον έλεγχο του ΕΣΡ, με δικαστική μάλιστα ακαμψία στην εφαρμογή κανόνων, ενέχει σαφώς στοιχεία κατασταλτικής συμπεριφοράς που προκαλούν επιπλέον δυσλειτουργίες στο τοπίο, σύμφωνα με επιστήμονες άλλωστε που έχουν ασχοληθεί με τον τομέα (Π. Ζέρη, Θεσμοί Εποπτείας στο Ρ/Τα σύστημα, Οδυσσέας, 1996). Δυσλειτουργία
Εν τέλει, με τη δυσκαμψία και τα αναχρονιστικά ανακλαστικά του, το ΕΣΡ το μόνο που καταφέρνει είναι να αποβεί μια καίρια δυσλειτουργία της δημοκρατίας. Πολύ περισσότερο όταν γι΄ αυτούς ακριβώς τους λόγους προσφέρει αθωωτικά επιχειρήματα και σε εκείνους που κατάφωρα παραβιάζουν τις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (π.χ. σκληρά ριάλιτι). Μπροστά σε αυτές τις παραβάσεις, τα πρόστιμα για μερικές λέξεις του συρμού που κρίνονται «αθυροστομίες» μοιάζουν με μπαλώματα της μιζέριας ενός ΕΣΡ σε ημιλειτουργία, που δεν κάνει παρά πότε τον τροχονόμο κομματικών εμφανίσεων στις προεκλογικές περιόδους και πότε την πουριτανή γκουβερνάντα στους «άταχτους» (ούτε καν τη Μαίρη Πόπινς).

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Η ελευθερία του λόγου στα πλαίσια της σάτιρας σε τηλεοπτικές εκπομπές

http://www.inews.gr
01:40 9/5/2011 - Πηγή: Tromaktiko

Ήδη από την αρχαιότητα, η σάτιρα κατέχει πρωτεύουσα θέση στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, σχολιάζοντας τα κακώς κείμενα..
με έναν τρόπο καυστικό και στηλιτεύοντας ό,τι συμβαίνει στον πολιτικό χώρο και εν γένει σε ό,τι ανάγεται στη σφαίρα του δημόσιου βίου.
Σήμερα, τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, και κυρίως η τηλεόραση, διαδραματίζοντας το ρόλο του πάλαι ποτέ "Αριστοφάνη" σε μια εποχή όπως η σημερινή, που τα "κακώς κείμενα" και τα φαύλα πολιτικά φαινόμενα εμφιλοχωρούν σε πολλές πτυχές της καθημερινότητας, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπως αυτή που βιώνουμε.
Για τη σάτυρα, που έχει σκοπό να καυτηριάσει όλα αυτά τα φαινόμενα, αλλά και να διαποτίσει με καυστικές ή χιουμοριστικές αποχρώσεις τη ζωή των πολιτών που συχνά αγανακτούν από νοσηρά φαινόμενα του δημόσιου βίου, έχει ξεσπάσει έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στους "λειτουργούς" και τους "αποδέκτες" της, με τους τελευταίους συχνά να αυτοθυματοποιούνται και να διατείνονται έντονα ότι η σατυρική κριτική προς το πρόσωπό τους κατατείνει στην προσβολή της προσωπικότητάς τους ή τη δόλια δυσφήμιση του προσώπου τους.
Έτσι, γίνεται λόγος για τα όρια της Σάτιρας και την υπέρβασή τους. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η Σάτιρα δεν μπορεί να μπει σε ένα "στενό καλούπι", γιατί έτσι ασφυκτιά και αναπόδραστα δεν λειτουργεί απρόσκοπτα, καθώς η υπερβολή αποτελεί αναφαίρετο στοιχείο της. Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι τα όρια και στη Σάτιρα, όπως σε κάθετί σε ένα εύρυθμο δημοκρατικό πολίτευμα είναι αναγκαία προκειμένου να διαφυλάσσονται τα δικαιώματα όλων των κοινωνών του και κανείς η ελευθερία όλων σταματά εκεί που εκκινεί η ελευθερία των άλλων. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση.
Βεβαίως και η προσωπικότητα κάθε ανθρώπου είναι στοιχείο πρωταρχικό και απαραβίαστο, που χρήζει αδιάλειπτης προστασίας από την Πολιτεία σε ένα Κράτος Δικαίου. Ωστόσο, τα πρόσωπα που εκτίθενται με τις πράξεις τους στο δημόσιο βίο, δεν είναι νοητό να αξιώνουν να βρίσκονται στο απυρόβλητο από τη δημόσια κριτική για τις ενέργειές τους αυτές. Ιδιαιτέρως οι πολιτικοί, οφείλουν να δέχονται αδιαμαρτύρητα τη σάτιρα ή την κριτική, όταν βεβαίως δεν ασκείται κακοπροαίρετα ή εμμονικά και να ενστερνίζονται τα σατυρικά σχόλια ώς μέρος του λειτουργήματός τους και ως μέσο αφύπνισης του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.
"Όποιος μπαίνει στο χωρό, πρέπει να χορεύει". Και όποιος πολιτεύεται οφείλει να αποδεχθεί ότι κάθε του ενέργεια μπορεί να βρεθεί στο στόχαστρο της δημόσιας κριτικής, έστω κι αν αυτή ασκείται με κάποιες δόσεις υπερβολής. Στην ουσία, δεν προσβάλλεται ούτε η προσωπικότητά του, όταν βέβαια η σάτιρα δεν ασκείται δόλια ή κακόβουλα, ούτε ο θεσμός τον οποίο υπηρετεί. Αντίθετα, ο ρόλος του εμφορείται με εναργέστερα δημοκρατικά ιδεώδη, αφού διέρχεται τη βάσανο της δημόσιας κριτικής και εξυπηρετεί ένα από τα πιο δημοκρατικά ιδανικά, αυτό της ελευθερίας του λόγου, όχι μόνο της πλειοψηφίας, αλλά και της μειοψηφίας. Όχι μόνο των συμφωνούντων, αλλά και των διαφωνούντων. Γιατί τελικά αυτό σημαίνει δημοκρατία και οι λειτουργοί της δεν μπορούν να το παραβλέπουν, αλλά οφείλουν να το δέχονται ή, εν τέλει, να το ανέχονται.
Τι συμβαίνει όμως όταν η σάτυρα δεν θέτει στο στόχαστρο πολιτικά πρόσωπα, αλλά πρόσωπα του καλλιτεχνικού χώρου ή της επικαιρότητας; Και σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να γίνει δεκτό κάτι αντίστοιχο. Πρόσωπα που απασχολούν την επικαιρότητα με την επαγγελματική ή την κοινωνική τους δραστηριότητα ή απλά με τις δηλώσεις τους, θα πρέπει να ανεχθούν και όποια κριτική, θετική ή αρνητική αφορά σε αυτά, σε σχέση πάντα βέβαια με τις πτυχές του βίου τους που τα ίδια έχουν αποφασίσει να δημοσιοποιήσουν. Σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα είναι απαραβίαστο και είναι αδιανόητο η δημόσια κριτική να υπεισέρχεται στην προσωπική ή ιδιωτική τους ζωή, ιδιαίτερα μάλιστα από τη στιγμή που τα πρόσωπα αυτά επιθυμούν να την διατηρήσουν εν κρυπτώ. Το γεγονός ότι κάποιος διαδραματίζει με τη δουλειά του κάποιον σπουδαίο ρόλο στο κοινωνικό γίγνεσθαι δεν σημαίνει ότι ανήκουν στο δημόσιο βίο και οι προσωπικές ή ιδιωτικές εκφάνσεις της ζωής του.
Πάντως, πρόσωπα του πολιτικού χώρου ή του ευρύτερου δημόσιου βίου οφείλουν να επιδεικνύουν συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη ανοχή απέναντι στη Σάτιρα σε σχέση με τους "απλούς πολίτες" ή τους "κοινούς θνητούς", αποδεχόμενοι την άποψη ότι η Σάτιρα και η ελευθερία του λόγου και του Τύπου δρα ως το λίπασμα της δημοκρατίας πάνω στο οποίο θα πρέπει να ανθίσουν τα δικά τους έργα.

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Τα όρια της σάτιρας

Του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ
http://archive.enet.gr/online/online_text/c=110,dt=22.12.2007

Ποια είναι τα όρια της σάτιρας είναι το ερώτημα των ημερών που κυλούν κάτω από τη λαζοπούλεια ορμή και ευστροφία. Σε μια συντηρητική κοινωνία, που ζει ακόμη με τον παπά και τον εισαγγελέα, η οριοθέτηση παραμένει είδος πρώτης ανάγκης. Στο πρακτικό πεδίο, ο Ελληνας δεν γουστάρει απαγορεύσεις και τις παραβιάζει με την πρώτη ευκαιρία. Οχι από τάση ελευθεριότητας, ούτε καν ελευθερίας, αλλά από σκέτη έπαρση και εγωισμό. Στο ηθικό πεδίο, όμως, οι ίδιοι άνθρωποι αρέσκονται να ασφυκτιούν μέσα σε πλήθος από κανόνες, ήθη, συμβάσεις και κομφορμισμούς. Η ιδεολογία της ελληνικής κοινωνίας ήταν και παραμένει μικροαστική. Οπως και η ευρωπαϊκή, εξάλλου. Το ιδιάζον του Ελληνα βρίσκεται αλλού, στην αντιφατική του συμπεριφορά: μικροαστός στις πεποιθήσεις και αναρχικός στη δράση.

Η αντίφαση λύνεται αν σκεφτούμε λίγο περισσότερο την έννοια αναρχικός. Ο αναρχικός αντιτίθεται στην εξουσία, ο Ελληνας την αναπαράγει αναποδογυρίζοντάς την. Ο Ελληνας δεν έχει πρόβλημα με την εξουσία, έχει πρόβλημα στον βαθμό που δεν την ασκεί ο ίδιος. Ο Ελληνας είναι παραβατικός, από μαγκιά όμως και όχι από αναρχική συνείδηση. Αβίαστα λοιπόν βγαίνει το συμπέρασμα: οι Ελληνες δεν είναι αναρχικοί. Είναι άναρχοι.

Ησύγχρονη ελληνική κοινωνία από τα γεννοφάσκια της σκόνταφτε στα «απαγορεύεται». Το μέγα πλήθος των απαγορεύσεων τελικά λειτούργησε υπονομευτικά. Οι απαγορεύσεις κατέπιπταν υπό το βάρος της εξωφρενικής διόγκωσής τους. Και ο Ελληνας έμαθε να τις «γράφει», επειδή παραήταν πολλές. Η παραβατικότητα του Ελληνα ξεκίνησε για λόγους επιβίωσης. Αργότερα απέκτησε χαρακτηριστικά ιδεολογίας. Η κλασική μικροαστική ιδεολογία στην Ελλάδα μπολιάστηκε με λίγο «δεν γαμιέται» και «δεν βάζω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου».

Εχουμε λοιπόν ένα λαό που λατρεύει τις απαγορεύσεις, αρκεί να αφορούν τους άλλους. Το σχήμα λειτουργεί και αντίστροφα: «Οταν όλοι οι άλλοι παρανομούν δεν θα παίξω εγώ τον ρόλο του μαλάκα».

Οταν λοιπόν ο Λαζόπουλος λέει κάποιον μακάκα, ο άλλος αντιδρά αποκαλώντας τον φούστη. Ποια είναι η διαφορά; Οτι ο Λαζόπουλος ενσωμάτωσε τον μακάκα στη σατιρική δομή. Ο θιγμένος ενσωμάτωσε τον φούστη στη δομή της αυτοάμυνας. Δεν μπορούμε επομένως να συγκρίνουμε τις δύο βρισιές και να αποφανθούμε ποιος υπερθεμάτισε. Ανόμοια πράγματα δεν συμψηφίζονται. Ο ένας πρόσβαλε από τον ρόλο του σατιρικού και ο άλλος αντιγύρισε από τον ρόλο του θιγμένου.

Τι να κάνουμε. Η σάτιρα παράγει θιγμένους, διαφορετικά δεν θα ήταν σάτιρα. Και οι θιγμένοι αντεπιτίθενται, διαφορετικά δεν θα ήταν μάγκες. Ποιος έχει δίκιο; Ηθικά, και οι δύο, πιασμένοι στη μέγκενη του αναπόφευκτου. Νομικά δεν μας απασχολεί, αυτή είναι δουλειά για τα δικαστήρια.

Πολλοί καταλογίζουν στον Λαζόπουλο ότι αυτά που καυτηριάζει, πρώτος ο ίδιος σπεύδει να τα κάνει. Δεν είναι υποκρισία να σατιρίζεις πράγματα που και εσύ διαπράττεις. Ποιος είπε ότι όσοι κάνουν σάτιρα πρέπει να είναι σεπτοί και άμεμπτοι; Τότε θα ψάχναμε τη σάτιρα στα μοναστήρια και στο παπαδαριό. Το να αποφεύγεις να κάνεις ο ίδιος όσα καταλογίζεις στους άλλους είναι το ίδιο με το να καυτηριάζεις όσα δεν θέλεις ή δεν δύνασαι να κάνεις ο ίδιος. Αλλά αυτό δεν λέγεται σάτιρα. Λέγεται ηθικολογία.

Το αρχικό ερώτημα, συνεπώς, ποια είναι τα όρια της σάτιρας, είναι άνευ σημασίας, διότι δουλειά της σάτιρας δεν είναι να ασχολείται με τα όριά της, αλλά να περιπαίζει τα όρια των άλλων. 'Η αλλιώς, τα όρια της σάτιρας κυμαίνονται ως εξής: αν το θύμα είσαι εσύ, τότε είναι ασφυκτικά στενά, αν απεναντίας την πατάει κάποιος άλλος και εσύ το χαίρεσαι δεόντως, τότε τα όριά της εντοπίζονται στο άπειρο.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Το τραγούδι της ημέρας / 'We Are The Champions' / Queen

Αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά που ρίχνονται μεθαύριο στην αρένα των Πανελλαδικών Εξετάσεων... Για τους μελλοντικούς πρωταθλητές της ζωής!!! Καλή επιτυχία... Σωτήρη, Μαρία, Χρήστο, Ειρήνη, Ελένη, Γεωργία... γερά, γερά με τσαμπουκά!!!!

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Προσωπική ευθύνη και κοινωνική αλληλεγγύη

Δεν πρέπει κάτι να κάνω κι εγώ;

Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΟΥΣΗ
Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

- Κύριε, τι κακό έκαναν αυτοί για να υποφέρουν έτσι;

- Αυτοί τιμωρούνται γιατί δεν έκαναν ποτέ καλό. Δάντης, «Θεία Κωμωδία»
Το 'χω ξαναεπισημάνει. Συνέχεια μιλάνε για την κοινωνία της διακινδύνευσης. Συνέχεια επικαλούνται την κοινωνική αλληλεγγύη. Οι κοινωνικοί κίνδυνοι όμως και οι δεσμοί των ανθρώπων υπήρχαν πάντα. Τι άλλαξε άραγε; Η ηθική, η κοινωνική ή η πολιτική βάση της αλληλοβοήθειας; Ή μήπως ο ατομικισμός του φοβισμένου ανθρωπάκου κατισχύει της κοινής μοίρας της Ανθρωπότητας, κατοχυρώνοντας το δικαίωμα στην αδιαφορία;

ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ δεν είναι η αγάπη προς τον πλησίον μου -συχνά άλλωστε δεν τον γνωρίζω καθόλου- που με ωθεί να αδράξω έναν κουβά νερό και να ριχτώ στο καιγόμενο σπίτι του.

ΕΙΝΑΙ ένα αίσθημα πολύ πιο ευρύ, ένα «ένστικτο ανθρώπινης κοινωνικότητας», καθώς η αλληλεγγύη δεν είναι το αποτέλεσμα μια απλής συμπάθειας, αλλά βασίζεται στο πραγματικό συμφέρον όσων είναι συνέχεια εκτεθειμένοι στους ίδιους κινδύνους, ώστε αλληλοβοηθούμενοι να τους αποφεύγουν και να τους απομακρύνουν.

«ΔΙΝΟΥΜΕ βοήθεια στους άλλους», γράφει ο Λαροσφουκό, «για να τους δεσμεύσουμε να μας την ανταποδώσουν σε παρόμοιες περιστάσεις». Η πρώτη εκδήλωση του αυτού ενεργητικού καθήκοντος δεν θα έπρεπε να αφορά τις περιπτώσεις «κοινής συμφοράς», όπως σ' αυτή την οικονομική κρίση που βιώνουμε; Η αμυντική αλληλεγγύη δεν αρκεί για να υπερβούμε τους δισταγμούς; Η ακριβής ανάλυση των αιτίων, των συνθηκών και των ορίων αυτής της αλληλεγγύης είναι το μόνο μέσο για τη μέτρηση των δικαιωμάτων και των καθηκόντων του ενός προς όλους και όλων προς τον ένα.

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ υποστηρίζει πως το άτομο δεν έχει άλλη υποχρέωση από το να μη διαπράττει το «κακό». Για τα υπόλοιπα το κράτος πρέπει μόνο του να αντεπεξέρχεται στις λειτουργικές του ανάγκες. Τι συμβαίνει όμως όταν το κράτος είναι ανίκανο ν' αντεπεξέλθει σ' αυτό το ρόλο; Η εγωιστική συμπεριφορά του πολίτη, που βασίζεται στο αίσθημα πως και οι άλλοι θα του είχαν συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο, παύει να θεωρείται ως ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της αδιάφορης παθητικότητας. Οχι (μόνο) για λόγους ηθικής τάξης, αλλά και για λόγους που σχετίζονται άμεσα με τη συλλογική συνείδηση και τη συνοχή μιας κοινωνίας που θέλει να λέγεται «ανθρώπινη» και πολιτισμένη.

ΥΓ. Σήμερα το «ύπουλο», διεφθαρμένο και γραφειοκρατικό κράτος δεν έχει υψηλούς στόχους ενότητας. Αντίθετα, επιχαίρει όταν οι «κοινωνικοί αυτοματισμοί» (που το ίδιο προκαλεί ή υποθάλπει) διαιρούν την κοινωνία.

Εμείς όμως, οι μη-ενάρετοι αλλά (ακόμα;) ευαίσθητοι πολίτες, πώς ακριβώς χειριζόμαστε την πίκρα και τον πόνο του άλλου;

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Πληθυσμιακή γήρανση. Μία βραδυφλεγής βόμβα

Του Economist

Σταματήστε για μία στιγμή να σκέφτεστε τη βαθιά ύφεση που πλήττει τον πλανήτη, τα πακέτα διάσωσης τρισεκατομμυρίων δολαρίων και τις χαμένες θέσεις εργασίας που συνεχώς αυξάνονται. Αντιθέτως, αναλογιστείτε την προοπτική μιας μελλοντικής αναιμικής ανάπτυξης σε συνδυασμό με μία εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα, αυξανόμενες δημόσιες δαπάνες και ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό. Αυτά είναι τα προβλήματα που αναμένεται ν’ αντιμετωπίσουν οι γηράσκουσες κοινωνίες μας στο μέλλον. Εάν σας ακούγονται λίγα ή σας φαίνονται ήσσονος σημασίας ζητήματα, σκεφτείτε το ξανά.

Όταν, πριν από έναν ακριβώς μήνα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προσπάθησε να υπολογίσει τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης, βρήκε ότι το οικονομικό της κόστος είναι τεράστιο. Οι δημοσιονομικές θέσεις των G20 είναι πολύ πιθανό να επιδεινωθούν κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες εντός του 2009. Εκτιμώντας, όμως, το συνολικό οικονομικό βάρος της γήρανσης του πληθυσμού το 2050, διαπίστωσε ότι «για τις ανεπτυγμένες χώρες το δημοσιονομικό βάρος της κρίσης ανέρχεται σε μόλις 10% του συνόλου των δαπανών που απαιτούνται λόγω της σταδιακής γήρανσης των κοινωνιών τους». Το υπόλοιπο 90% αφορά σε επιπρόσθετες δαπάνες για συντάξεις, υγεία και φροντίδα των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας.

Ο πληθυσμός των πλούσιων χωρών του πλανήτη γερνάει με εξαιρετικά ταχύ ρυθμό. Οι φτωχοί ακολουθούν κατά πόδας. Βρίσκονται μόλις μερικές δεκαετίες πίσω. Σύμφωνα με τη διετή Έκθεση Δημογραφικών Εκτιμήσεων που εκδίδει ο ΟΗΕ, το 2050 η μέση ηλικία όλων των χωρών του πλανήτη αναμένεται να ανέλθει από τα 29 στα 38 έτη. Σήμερα, μόλις το 11% από τα 6,9 εκατομμύρια κατοίκων του πλανήτη, υπερβαίνουν σε ηλικία τα 60 έτη. Σύμφωνα με τη βασική εκτίμηση του ΟΗΕ, μέχρι το 2050 το ποσοστό αυτό θα έχει φτάσει στο 22% (σε ένα συνολικό πληθυσμό 9 δισεκατομμυρίων) και στις ανεπτυγμένες χώρες το 33% (βλ. Πίνακα 2). Για να το πούμε πιο απλά, στον ανεπτυγμένο κόσμο το 2050 ένας στους τρεις θα είναι συνταξιούχος. Σχεδόν ένας στους δέκα θα είναι ηλικίας άνω των 80 ετών.


Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία σταδιακή, πλην όμως ασταμάτητη εξέλιξη, η οποία εν καιρώ θα έχει τεράστιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Μέχρι στιγμής, είναι ελάχιστες οι χώρες οι οποίες διαθέτουν ήδη μεγάλους πληθυσμούς ηλικιωμένων και οι οποίες άρχισαν να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες της πληθυσμιακής γήρανσης. Στις περισσότερες περιπτώσεις το εργατικό δυναμικό μόλις πρόσφατα ξεκίνησε να συρρικνώνεται και ο αριθμός των ηλικιωμένων να αυξάνεται. Μέχρι το 2020, όμως, η γήρανση θα είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει διέξοδος. Διατηρώντας μια μικρή επιφύλαξη στην περίπτωση που συμβεί κάποια τεράστια φυσική ή ανθρώπινη καταστροφή, οι δημογραφικές αλλαγές είναι πολύ πιο βέβαιο ότι θα συμβούν σε σύγκριση με άλλες μακροπρόθεσμες προβλέψεις, όπως για παράδειγμα η κλιματική αλλαγή. Κάθε ένας από τους 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους άνω των 60 το 2050 έχει ήδη γεννηθεί.

Τα αίτια της πληθυσμιακής γήρανσης

Τι είναι αυτό που προκαλεί την πληθυσμιακή γήρανση; Δύο μακροχρόνια αίτια καθώς και η προσωρινή επίδραση της πληθυσμιακής έκρηξης του babyboom θα συνεχίσουν να εμφανίζονται ως κυρίαρχες τάσεις στα στατιστικά σχεδιαγράμματα για τις επόμενες δύο δεκαετίες.

Το πρώτο μεγάλο αίτιο αφορά στο γεγονός ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερο. Η τάση αυτή ξεκίνησε με τη βιομηχανική επανάσταση και κατέστη η νέα δημογραφική πραγματικότητα. Το 1900 το μέσο προσδόκιμο ζωής στον πλανήτη ήταν τα 30 έτη και στις ανεπτυγμένες χώρες λίγο κάτω από τα 50. Σήμερα είναι 67 και 78 έτη αντίστοιχα και ακόμα αυξάνονται. Σε πείσμα της όλης συζήτησης για την επερχόμενη «κρίση γήρανσης των πληθυσμών», η συγκεκριμένη εξέλιξη είναι σίγουρα κάτι για το οποίο πρέπει να αισθανόμαστε ευγνώμονες. Ειδικά σήμερα που οι ηλικιωμένοι παραμένουν υγιείς, σε καλή κατάσταση και δραστήριοι για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σύγκριση με το πολύ πρόσφατο παρελθόν.

Το δεύτερο και πολύ πιο σημαντικό αίτιο της διαδικασίας πληθυσμιακής γήρανσης είναι το γεγονός ότι οι σημερινοί άνθρωποι γεννάνε πολύ λιγότερο με αποτέλεσμα οι νεότερες ηλικιακές ομάδες να είναι πολύ μικρές σε μέγεθος για να μπορέσουν να εξισορροπήσουν το αυξανόμενο αριθμό των ηλικιωμένων. Η συγκεκριμένη δημογραφική τάση προέκυψε πιο αργά συγκριτικά με την τάση για μακροζωία, πρώτα στις ανεπτυγμένες χώρες και πλέον αφορά και στις φτωχότερες χώρες. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 οι γυναίκες ανά τον πλανήτη γεννούσαν μέσο όρο 4,3 παιδιά η κάθε μία. Ο σημερινός παγκόσμιος μέσος όρος είναι 2,6, με τις ανεπτυγμένες να βρίσκονται στο 1,6. Ο ΟΗΕ υπολογίζει ότι μέχρι το 2050 ο μέσος όρος γεννητικότητας του πλανήτη θα έχει πέσει σε μόλις δύο παιδιά με αποτέλεσμα στα μέσα του αιώνα ο πληθυσμός της γης να ξεκινήσει σταδιακά να αποκλιμακώνεται. Σε ορισμένες χώρες παρατηρείται ήδη συρρίκνωση του πληθυσμού. Ανάλογα με την άποψη που έχει ο καθένας αυτό μπορεί να αποτελεί μια θετική ή αρνητική εξέλιξη, σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο.

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί ότι η προσωρινή πληθυσμιακή έκρηξη του baby boom, η οποία συνέβη στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, διόγκωσε τις συνέπειες της χαμηλής γεννητικότητας και της υψηλής μακροζωίας. Η περίοδος της μεταπολεμικής πληθυσμιακής έκρηξης διαφέρει από χώρα σε χώρα ωστόσο στις ΗΠΑ, όπου η συγκεκριμένη δημογραφική εξέλιξη υπήρξε πιο ισχυρή, υπολογίζεται ότι καλύπτει τα πρώτα είκοσι χρόνια μετά το 1945. Κατά την περίοδο αυτή γεννήθηκαν περίπου 80 εκατομμύρια Αμερικανοί. Οι πρώτοι έχουν ήδη βγει στη σύνταξη. Για τα επόμενα είκοσι χρόνια οι babyboomers θα διογκώσουν τον αριθμό των συνταξιούχων, εξέλιξη η οποία θα οδηγήσει σε μείωση του εργατικού δυναμικού παντού στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Ως συνήθως, ο στατιστικοί μέσοι όροι κρύβουν πολλές φορές ορισμένες αξιοσημείωτες διαφορές οι οποίες υπάρχουν ανάμεσα στα κράτη. Στις πιο πλούσιες χώρες της Ασίας, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν οι πληθυσμοί είναι ήδη γερασμένοι και θα συνεχίσουν να γερνάνε με αμείωτη ταχύτητα. Η Ευρώπη χωρίζεται σε διάφορες κατηγορίες. Η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία, για παράδειγμα, διαθέτουν μικρά οικογενειακά μεγέθη και γερνάνε με γρήγορους ρυθμούς. Αντιθέτως, η Γαλλία, η Βρετανία και οι περισσότερες Σκανδιναβικές χώρες έχουν περισσότερα παιδιά. Στην Ανατολική Ευρώπη και ειδικά τη Ρωσία, ο ρυθμός γεννήσεων είναι πολύ χαμηλός, όμως ταυτόχρονα και το προσδόκιμο ζωής έχει πέσει πολύ. Η Αμερική, χάρη στη σταθερή γεννητικότητα και την υψηλή μετανάστευση, αναμένεται να είναι ακόμα σχετικά νέα μέχρι τα μέσα του 21ου αιώνα.

Οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες δε χρειάζεται ν’ ανησυχούν για την πληθυσμιακή γήρανση. Τουλάχιστον, όχι ακόμα. Παρά το γεγονός ότι οι γεννήσεις έχουν πέσει κατά πολύ, οι πληθυσμοί είναι ακόμα νέοι και θα παραμείνουν έτσι για μερικές ακόμα δεκαετίες, παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες περιοχές το AIDS έχει οδηγήσει στο θάνατο πολλούς οικονομικά ενεργούς ενεργούς ενήλικες. Μακροπρόθεσμα όμως εκτιμάται ότι οι ίδιοι παράγοντες –λιγότερες γεννήσεις και μακροζωία- θα οδηγήσουν και τις αναπτυσσόμενες χώρες στο δρόμο της πληθυσμιακής γήρανσης. Ήδη έχουν 490 εκατομμύρια κατοίκους άνω των 60, αριθμός ο οποίος αναμένεται να τριπλασιαστεί μέχρι το 2050. Δεδομένου ότι οι περισσότερες φτωχές χώρες δε διαθέτουν κράτος πρόνοιας και κανενός είδους κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, θα είναι πολύ δύσκολο να διαχειριστούν αυτά τα μεγέθη.

Η μοναδική από τις αναπτυσσόμενες χώρες που γερνάει γρήγορα είναι η Κίνα. Κυρίως, επειδή τα τελευταία τριάντα χρόνια διατήρησε σφιχτούς περιορισμούς στην αύξηση του πληθυσμού της. Μπορεί να μην κατάφερε να πραγματοποιήσει πλήρως την «πολιτική του ενός παιδιού», όπως είθισται να αποκαλείται - ο μέσος όρος παιδιών ανά γυναίκα στην Κίνα είναι κοντά στο δύο-, όμως οι συγκεκριμένοι περιορισμοί υπήρξαν εξαιρετικά αποτελεσματικοί στο να σταθεροποιηθεί συνολικά ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού. Ως αποτέλεσμα ο πληθυσμός της Κίνας θα φτάσει τα 1,46 δισεκατομμύρια το 2030 και έκτοτε θα αρχίσει να αποκλιμακώνεται σταδιακά. Το πρόβλημα με την Κίνα είναι ότι παρά την κολοσσιαία ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών, απέχει πολύ από το να θεωρείται πλούσια, πράγμα που σημαίνει ότι θα έχει πρόβλημα να απορροφήσει το κόστος που προκαλεί η ραγδαία πληθυσμιακή γήρανση.

Λιγότερα χέρια, σκληρότερη δουλειά

Σύμφωνα με τη μακροοικονομική θεωρία οι χώρες που αντιμετωπίζουν έντονα το φαινόμενο της πληθυσμιακής γήρανσης έχουν αυξημένες πιθανότητες να μπουν σε τροχιά αναιμικής ανάπτυξης σε σύγκριση με άλλες, στην πληθυσμιακή σύνθεση των οποίων κυριαρχούν οι νέοι. Όσο όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι συνταξιοδοτούνται και όλο και λιγότεροι νέοι τους αντικαθιστούν, το εργατικό δυναμικό συρρικνώνεται. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή μειώνεται, εκτός και αν αυξηθεί η παραγωγικότητα με πολύ ταχύτερο ρυθμό. Όμως, αν σκεφτεί κανείς ότι οι εργαζόμενοι στο μέλλον θα είναι κατά μέσο όρο μεγαλύτερης ηλικίας, ίσως πρέπει να περιμένουμε ότι θα είναι και λιγότερο παραγωγικοί.

Στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, ο λόγος εργαζόμενων-συνταξιούχων θα επιδεινωθεί δραματικά εις βάρος των εργαζόμενων μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες. Στην Ιαπωνία για παράδειγμα, η οποία αυτή τη στιγμή διαθέτει 3 εργαζόμενους για κάθε συνταξιούχο –ήδη ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά παγκοσμίως- ο λόγος θα υποδιπλασιαστεί μέχρι το 2050. Πολλοί ισχυρίζονται ότι αυτό δεν είναι πρόβλημα μια και θα είναι λιγότερα τα παιδιά που θέλουν φροντίδα. Η αλήθεια όμως είναι ότι τα παιδιά κοστίζουν λιγότερο από τους ηλικιωμένους και το συνολικό οικονομικό βάρος για την κοινωνία θα είναι μεγαλύτερο σε σχέση με σήμερα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο ΟΟΣΑ υπολόγισε ότι στις επόμενες τρεις δεκαετίες η μείωση του εργατικού δυναμικού που αφορά αποκλειστικά στη διαδικασία της πληθυσμιακής γήρανσης δυνητικά θα μπορούσε να περιορίσει την ανάπτυξη των κρατών μελών του κατά ένα τρίτο σε σύγκριση με τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες.

Η πληθυσμιακή γήρανση θα επηρεάσει επίσης τις χρηματοοικονομικές αγορές. Σύμφωνα με την "υπόθεση κύκλου ζωής για την αποταμίευση " (life cycle savings theory), που ανέπτυξαν οι Franco Modigliani και Richard Brumberg (1950), οι άνθρωποι προσπαθούν να εξομαλύνουν την κατανάλωση στη διάρκεια της ζωής τους, ξοδεύοντας περισσότερο όταν είναι νέοι και ηλικιωμένοι και αποταμιεύοντας περισσότερο στις μέσες ηλικίες. Ως εκ τούτου, όσο οι πληθυσμοί γερνάνε, η συνολική αποταμίευση στην οικονομία μειώνεται, με τα πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία να ρευστοποιούνται. Το γεγονός αυτό έχει κάνει πολλούς να ανησυχούν για το ενδεχόμενο κατάρρευσης των τιμών των πάσης φύσεως assets, δεδομένου ότι πολλοί ίσως σπεύσουν να προβούν σε μαζικές πωλήσεις. Όμως, μια σειρά επιστημονικών ερευνών έχει δείξει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν το σενάριο αυτό. Τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας στις ΗΠΑ πράγματι αποταμιεύουν λιγότερο, όμως στο σύνολό τους όχι πολύ λιγότερο από τους μεσήλικες.

Ο James Poterba, καθηγητής Οικονομίας στο ΜΙΤ, ισχυρίζεται ότι υπάρχουν τρία είδη νοικοκυριών με συνταξιούχους στις ΗΠΑ: α) τα πιο φτωχά, περίπου το ένα τέταρτο του συνόλου, τα οποία θα διατηρήσουν το επίπεδο διαβίωσής τους με τη βοήθεια της Social Security και της Medicare ακόμα και αν έχουν λιγότερες αποταμιεύσεις, β) το πλουσιότερο 10-15% το οποίο έχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και πλούτο και κατά πάσα πιθανότητα δε θα χρειαστεί να προβεί σε ρευστοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων, γ) η μεγάλη πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων η οποία είναι υποχρεωμένη να βασιστεί στις δικές της δυνάμεις για να διατηρήσει το βιοτικό της επίπεδο, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να βασιστεί στις δικές της πενιχρές πολύ συχνά αποταμιεύσεις.

Για τα δημόσια οικονομικά, η πληθυσμιακή γήρανση αποτελεί τεράστιο πονοκέφαλο. Σε χώρες όπου οι δημόσιες συντάξεις αποτελούν τη βασική πηγή εισοδήματος για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, είναι δεδομένο ότι αυτές θα απαιτήσουν μεγαλύτερο ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού ή θα πρέπει να γίνουν λιγότερο γενναιόδωρες, εξέλιξη βέβαια που θα συναντήσει μεγάλη κοινωνική και πολιτική αντίσταση - οι ηλικιωμένοι άλλωστε έχουν την τάση να προσέρχονται μαζικά στις κάλπες σε αντίθεση με τους νέους οι οποίοι είθισται να απέχουν. Οι δαπάνες για την υγεία επίσης, οι οποίες στις περισσότερες χώρες έχουν ήδη εκτοξευτεί σε δυσθεώρητα ύψη, είναι πολύ πιθανό να αυξηθούν με ακόμα πιο γρήγορους ρυθμούς όσο οι ασθενείς μεγαλώνουν σε ηλικία. Δεδομένου ότι αναμένεται να υπάρξει μια τεράστια αύξηση των ατόμων ηλικίας άνω των 80, είναι βέβαιο ότι θα απαιτηθούν περισσότεροι πόροι, και πολύ σκέψη, ώστε να μπορέσουν οι κοινωνίες μας να παράσχουν μακροχρόνια φροντίδα σε όσους την έχουν ανάγκη.

Τι μπορεί να γίνει; Σύμφωνα με το ΔΝΤ οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης καθιστούν ακόμα πιο αναγκαία τη μεταρρύθμιση των συστημάτων συντάξεων και υγείας. Οι κάτοικοι των πιο πλούσιων χωρών πρέπει να αποθαρρυνθούν από την ιδέα ότι οι κρατικές συντάξεις θα γίνονται όλο και πιο γενναιόδωρες με την πάροδο του χρόνου και η κρατικά παρεχόμενη υγεία περισσότερο περιεκτική. Δεδομένου ότι όλοι ζουν περισσότερο, στην πλειονότητά τους σε καλή κατάσταση υγείας, θα πρέπει να αποδεχτούν να δουλεύουν και περισσότερο, και οι συντάξεις τους να είναι μικρότερες.

Τίθεται τελικά ένα ερώτημα: η κρίση θα ενθαρρύνει τις όποιες αλλαγές ή θα τις καταστήσει πιο δύσκολες; Όσοι αισθάνονται μη προνομιούχοι, πολύ φυσιολογικά θα σκεφτούν ότι η κυβέρνηση οφείλει να πράξει περισσότερα για την ευημερία τους και όχι λιγότερα. Από την άλλη μεριά πολλοί ισχυρίζονται ότι μια και τα πάντα βρίσκονται υπό αναθεώρηση, οι όποιες αλλαγές ίσως είναι πολύ πιο εύκολο να προωθηθούν. Αναφέρονται δε τακτικά σε μία φράση του Ομπάμα «ποτέ μην αφήνεις μια καλή κρίση να πάει χαμένη».

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Γολγοθάς η μητρότητα στην Ελλάδα

Οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου γερνούν ακατάπαυστα, όπως δείχνει νέα διεθνής μελέτη, ενώ όσες είναι φιλικότερες προς τις μητέρες (π.χ. Γαλλία, Νορβηγία) κρατούν τη γεννητικότητά τους σε ικανοποιητικά επίπεδα

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 07/11/2010,
http://www.tovima.gr/science/article/?aid=365523

Εχει από μικρή όνειρα και στόχους. Περνά τη σχολική ζωή της έχοντας στον νου της «τι θα γίνει όταν μεγαλώσει». Παλεύει για μια θέση στο πανεπιστήμιο και όταν το τελειώνει προχωρεί και σε μεταπτυχιακές σπουδές, αφού χωρίς αυτές πλέον το βιογραφικό θεωρείται εντελώς «φτωχό». Με αυτά και με εκείνα έχει φτάσει να οδεύει ολοταχώς προς τα τριάντα και ψάχνει αγωνιωδώς για μια... επαγγελματική θέση στον ήλιο. Και όταν τη βρίσκει ξεκινά νέος αγώνας για να καταφέρει να εδραιωθεί, να εξελιχθεί και να ανελιχθεί στην επαγγελματική κλίμακα. Κάπου στο ενδιάμεσο σκέφτεται ότι ίσως ήρθε η ώρα να γίνει και μητέρα, ωστόσο οι επαγγελματικές υποχρεώσεις δεν αφήνουν περιθώριο ούτε για σκέψεις. «Αδύνατον» λέει στον εαυτό της, «δεν προλαβαίνω, άσε που μπορεί να χάσω και τη δουλειά που με τόσο κόπο βρήκα αν μείνω έγκυος». Και τα χρόνια περνούν και εκείνη καθυστερεί συνεχώς τη μητρότητα. Και κάποια ημέρα, όταν τελικά αποφασίσει ότι παρά τις δυσκολίες ήλθε η ώρα να γίνει μητέρα, η ζωή και η φύση πιθανόν να έχουν αποφασίσει διαφορετικά. Αυτή η γνώριμη εικόνα για πολλές γυναίκες αποτελεί και την... άτεκνη φωτογραφία της Ελλάδας, όπως την αποτυπώνει μια νέα διεθνής μελέτη στην οποία συμμετείχε και η χώρα μας. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, οι Ελληνίδες και κυρίως εκείνες ανώτερου μορφωτικού επιπέδου καθυστερούν σημαντικά να αποκτήσουν το πρώτο παιδί τους, γεγονός που προφανώς έχει αντίκτυπο τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια «γερασμένη» χώρα. Ας το λάβουν υπόψη τους οι αρμόδιοι με τις... γερασμένες αντιλήψεις που είναι σε μεγάλο βαθμό υπαίτιοι για το ότι δεν «γεννιούνται» παιδικά χαμόγελα ελπίδας. Η μελέτη
Η μελέτη που δημοσιεύεται στο τεύχος Νοεμβρίου του επιστημονικού περιοδικού «Ρopulation Studies» αποτελεί «τέκνο» ειδικών από διαφορετικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και κέντρα σε Βρετανία, Γαλλία, Νορβηγία, Ιταλία, Ισπανία, Αυστρία, ΗΠΑ και Ελλάδα. Διεξήχθη με χρηματοδότηση του αμερικανικού, μη κερδοσκοπικού ινστιτούτου RΑΝD Corporation, το οποίο έχει ως στόχο τη βελτίωση των πολιτικών που αφορούν την κοινωνική μέριμνα μέσω της έρευνας και της ανάλυσης. Από την Ελλάδα συμμετέχοντες στη μελέτη ήταν η κυρία Γεωργία Βερροπούλου, επίκουρη καθηγήτρια Δημογραφίας στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, και ο επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Χρ. Μπάγκαβος.

Οι επιστήμονες συνέκριναν επίσημα στατιστικά δεδομένα τα οποία αφορούσαν τις γεννήσεις του πρωτότοκου τέκνου σε διαφορετικές χώρες και συγκεκριμένα στη Γαλλία, στη Νορβηγία, στη Βρετανία, στις ΗΠΑ, στην Ελλάδα, στην Ιταλία και στην Ισπανία. Οπως εξηγεί στο «Βήμα» η κυρία Βερροπούλου, σε ό,τι αφορούσε την Ελλάδα τα δεδομένα προήλθαν από την τελευταία απογραφή του πληθυσμού που έγινε το 2001. Μελετήθηκαν γυναίκες που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1950 και του 1960 (επελέγησαν οι συγκεκριμένες έτσι ώστε να έχουν ολοκληρώσει σε γενικό πλαίσιο τον κύκλο της αναπαραγωγικής ζωής τους όταν διεξήχθη η ανάλυση).

Φιλικές χώρες και μη

Οι χαρές της μητρότητας δεν αντισταθμίζουν εύκολα τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει μια μητέρα στη σημερινή Ελλάδα Οι συμμετέχουσες χώρες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: η πρώτη περιελάμβανε τη Γαλλία και τη Νορβηγία, οι οποίες θεωρούνται «φιλικές» προς τις μητέρες σε ό,τι αφορά την κοινωνική πολιτική τους αφού έχουν υιοθετήσει μέτρα διαφορετικών παροχών όπως οι άδειες ανατροφής μετ΄ αποδοχών, οι γονεϊκές άδειες και τα πολλά επιδόματα. Η δεύτερη ομάδα αφορούσε τον αποκαλούμενο αγγλοαμερικανικό άξονα (Βρετανία και ΗΠΑ), όπου ακολουθούνται όχι ιδιαιτέρως φιλικές προς την οικογένεια και την εργασία της μητέρας πολιτικές, και η τρίτη τη Νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία), η οποία έχει και τη λιγότερο... μητρική συμπεριφορά προς τις μέλλουσες- ή και νυν- μητέρες. Η (μη) κοινωνική πολιτική που ακολουθείται στη Νότια Ευρώπη σε ό,τι αφορά τις γυναίκες έχει ήδη αποτυπωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και στις γεννήσεις στη χώρα μας, αναφέρει η κυρία Βερροπούλου. «Από τη δεκαετία του 1980 και μετά εμφανίζεται σημαντική πτώση των επιπέδων γονιμότητας στην Ελλάδα.Είναι χαρακτηριστικό ότι σε χώρες όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ, όπου δεν ακολουθείται και η πιο φιλική πολιτική για τις μητέρες,η γονιμότητα βρίσκεται σε υψηλότερα επίπεδα από τη Νότια Ευρώπη- αντιστοιχούν περίπου 1,8 παιδιά ανά γυναίκα,όταν στις νοτιοευρωπαϊκές χώρες όπως η δική μας μόλις 1,4 παιδιά ανά γυναίκα.Στις δε φιλικές προς τις μητέρες χώρες όπως η Νορβηγία και η Γαλλία η γονιμότητα είναι σχεδόν στα 2 παιδιά ανά γυναίκα».

Οι ερευνητές θέλησαν να δουν πότε έγιναν οι γυναίκες των διαφορετικών χωρών για πρώτη φορά μητέρες αφού προηγουμένως τις χώρισαν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με το επίπεδο μόρφωσής τους. «Η κατώτερη κατηγορία περιελάμβανε γυναίκες που δεν είχαν ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση,στο μεσαίο επίπεδο θεωρήθηκε ότι ανήκουν γυναίκες που έχουν συμπληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ή έχουν φοιτήσει σε κάποιες σχολές, που όμως δεν θεωρούνται πανεπιστημιακού επιπέδου, ενώ στο ανώτερο επίπεδο εισήχθησαν οι γυναίκες που είχαν ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση» εξηγεί η κυρία Βερροπούλου.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, στις φιλικές προς τις μητέρες χώρες δεν παρατηρείται ανάλογη καθυστέρηση στη γέννηση του πρώτου παιδιού συγκριτικά με τα κράτη της Νότιας Ευρώπης, καθώς και με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Σε κάθε περίπτωση η όποια καθυστέρηση στις «φιλομητρικές» χώρες είναι ανεξάρτητη από το μορφωτικό επίπεδο της γυναίκας, κάτι που δεν συμβαίνει στα νοτιοευρωπαϊκά κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Οι Ελληνίδες δεν το αποφασίζουν
Συγκεκριμένα, όπως δείχνουν τα στοιχεία της μελέτης για τη χώρα μας, συνολικά στη γενεά γυναικών που γεννήθηκαν το 1950 το 24,7% απέκτησε το πρώτο τέκνο πριν από την ηλικία των 21 χρόνων, το 35,7% μεταξύ του 21ου και του 25ου έτους, το 21,8% από τα 26 ως τα 33 έτη, ενώ ποσοστό της τάξεως του 17,7% παρέμενε άτεκνο στην ηλικία των 33 ετών. Στη γενεά γυναικών του 1960 οι συσχετισμοί αυτοί φάνηκε να αλλάζουν: το 17,9% των γυναικών που ανήκαν στη μεταγενέστερη αυτή γενεά απέκτησε το πρώτο παιδί του πριν από τα 21 έτη, ενώ στην περίοδο των σπουδών και της ανεύρεσης εργασίας (μεταξύ 21 και 25 ετών) το ποσοστό των γυναικών που έγιναν για πρώτη φορά μητέρες ήταν 24,8% (δηλαδή, μείωση κατά περίπου 10% σε σύγκριση με τις γυναίκες αντίστοιχης ηλικίας στη γενεά του 1950). Στη γενεά του 1960 το 27,2% των γυναικών απέκτησε το πρώτο παιδί μεταξύ 26 και 33 ετών, ενώ ένα σεβαστό ποσοστό της τάξεως του 30,1% παρέμενε άτεκνο στα 33 έτη.

Η καθυστέρηση της απόφασης για απόκτηση παιδιού φάνηκε μάλιστα να είναι σημαντικά εντονότερη στις Ελληνίδες ανώτερου μορφωτικού επιπέδου: σε αυτή την κατηγορία από τις γυναίκες που ανήκαν στη γενεά του 1950 το 4,2% απέκτησε το πρώτο παιδί πριν από την ηλικία των 21 ετών, το 25,2% μεταξύ των 21 και 25 ετών, το 40,3% μεταξύ 26 και 33 ετών, ενώ ποσοστό της τάξεως του 30,3% παρέμενε άτεκνο στην ηλικία των 33 χρόνων. Στις δε Ελληνίδες ανώτερου μορφωτικού επιπέδου που γεννήθηκαν δέκα χρόνια αργότερα και ανήκουν στη γενεά του 1960 το 2,8% απέκτησε για πρώτη φορά παιδί πριν από τα 21 έτη, το 14% μεταξύ των 21 και 25 ετών, το 43% μεταξύ 26 και 33 ετών, ενώ στην ηλικία των 33 ετών τέσσερις στις δέκα γυναίκες παρέμεναν άτε κνες. Για να εννοήσει κάποιος καλύτερα τη διαφορά αξίζει να αναφέρουμε ότι από τις γυναίκες της γενεάς του 1960 που ανήκαν στο κατώτερο μορφωτικό επίπεδο τέσσερις στις 10 απέκτησαν το πρώτο παιδί τους πριν από την ηλικία των 21 ετών ενώ μόλις το 17% δεν είχε αποκτήσει παιδί ως την ηλικία των 33 ετών.

Η Νότια Ευρώπη γερνά
Παρόμοια με την (άτεκνη) εικόνα της Ελλάδας είναι εκείνη που αποτυπώνεται και στα υπόλοιπα κράτη της Νότιας Ευρώπης αλλά ως κάποιον βαθμό και στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τη μελέτη. Ωστόσο σε χώρες όπως η Νορβηγία, που θεωρείται από τις «ηγέτιδες» σε ό,τι αφορά το κοινωνικό κράτος, τα δεδομένα αποδεικνύουν ότι οι γυναίκες ισορροπούν πολύ καλύτερα μεταξύ των δύο σημαντικών ρόλων τους, αυτού που αφορά τις σπουδές και την επαγγελματική ζωή και εκείνου που αφορά τη μητρότητα: για να κάνετε ευκολότερα τις συγκρίσεις αξίζει να μάθετε ότι οι Νορβηγίδες της γενεάς του 1960 απέκτησαν το πρώτο τους παιδί πριν από το 21ο έτος τους σε ποσοστό της τάξεως του 12%, μεταξύ του 21ου και του 25ου έτους τους σε ποσοστό περίπου 32%, ενώ μεταξύ του 26ου και του 33ου έτους τους σε ποσοστό της τάξεως του 36,5%. Περίπου δύο στις δέκα γυναίκες αυτής της γενεάς παρέμεναν άτεκνες στο 33ο έτος της ζωής τους. Οπως φαίνεται λοιπόν και από τα στοιχεία, ακόμη και στα παραγωγικά χρόνια των σπουδών, της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης και της εύρεσης εργασίας δεν είναι λίγες οι γυναίκες που αποφασίζουν να γίνουν μητέρες, αρκεί να γνωρίζουν ότι θα ζουν σε ένα περιβάλλον που θα τους επιτρέψει να το πράξουν. Μάλλον το κατάλληλο αυτό περιβάλλον είναι το... κρύο σε ό,τι αφορά το κλίμα αλλά άκρως ζεστό για τις μητέρες βορειοευρωπαϊκό και όχι το κατά τα άλλα... εύκρατο αλλά άκρως ψυχρό σε ό,τι αφορά τη στήριξη των γυναικών περιβάλλον της Νότιας Ευρώπης.

Οι εκτιμήσεις των ειδικών είναι ότι αυτή η τάση της (μη) μητρότητας συνεχίζεται αμείωτη στη χώρα μας. Ωστόσο η κυρία Βερροπούλου επισημαίνει ότι κάτι τέτοιο μένει να υπολογιστεί επισήμως στο μέλλον αφού δεν έχουμε στα χέρια μας νέα στοιχεία απογραφής του πληθυσμού ώστε να μπορούμε να εξαγάγουμε ασφαλή συμπεράσματα.

Οι κοινωνικές αιτίες
Για ποιον λόγο όμως οι Ελληνίδες καθυστερούν τη μητρότητα; Τα αίτια του φαινομένου είναι ποικίλα, σχολιάζει η καθηγήτρια. «Ιδιαίτερης σημασίας είναι ότι από τη μία πλευρά οι ίδιες οι γυναίκες με την πάροδο του χρόνου είδαν πιο “ζεστά” το θέμα της εκπαίδευσης και της εργασίας, όπως ήταν και είναι οι επιταγές των καιρών. Από την άλλη πλευρά, η πολιτεία στις χώρες της Νότιας Ευρώπης,όπως η δική μας, δεν διευκόλυνε τις γυναίκες στον διπλό ρόλο που κλήθηκαν να παίξουν προσπαθώντας να ισορροπήσουν τις σπουδές και αργότερα την εργασία με τη μητρότητα.Ετσι η τάση είναι οι γυναίκες να καθυστερούν ολοένα και περισσότερο την απόφαση για μητρότητα,γεγονός που έχει τόσο βιολογικές όσο και κοινωνικές επιπτώσεις».

Ποιες είναι αυτές οι επιπτώσεις; Η επιστήμονας εξηγεί ότι «αρχικώς το να καθυστερήσει μια γυναίκα να κάνει το πρώτο παιδί μεταφράζεται τελικώς σε ακόμη δυσκολότερη απόφαση να φέρει στον κόσμο και δεύτερο,γεγονός που συνδέεται με υπογεννητικότητα στη χώρα.Παράλληλα η καθυστέρηση έχει και βιολογικές παραμέτρους αφού η γονιμότητα των γυναικών αρχίζει να φθίνει μετά τα 30 έτη, με αποτέλεσμα όταν η γυναίκα αισθάνεται έτοιμη να γίνει μητέρα να έρχεται πολλές φορές αντιμέτωπη με τη...φύση».

Το μήνυμα, λοιπόν, σύμφωνα με την κυρία Βερροπούλου, πρέπει πρώτα να αποσταλεί στην πολιτεία, η οποία οφείλει να διευκολύνει τις γυναίκες στο να συνδυάσουν τον ρόλο της εργαζόμενης με εκείνον της μητέρας. Μπορεί στις ημέρες που ζούμε να φαίνεται δύσκολο αλλά δεν είναι αδύνατον: σε χώρες όπως η Σουηδία οι γυναίκες μπορούν να πάρουν άδεια ανατροφής τέκνου επί 36 μήνες με αποδοχές, στη Γαλλία οι τρίτεκνες γυναίκες τυγχάνουν σημαντικής υποστήριξης, ενώ στη Γερμανία υπάρχουν σημαντικά επιδόματα από το πρώτο κιόλας παιδί, το ύψος των οποίων ανεβαίνει μάλιστα με κάθε γέννα. Και το μήνυμα πρέπει να αποσταλεί όχι μόνο στους υπευθύνους του δημόσιου τομέα της χώρας μας αλλά και σε εκείνους του ιδιωτικού που αρκετές φορές στέκονται εμπόδιο απέναντι σε ένα αναφαίρετο δικαίωμα κάθε γυναίκας που επιθυμεί να το ασκήσει, καταλήγει η επιστήμονας. Το μήνυμα εστάλη. Μακάρι να παραδοθεί και να μη μείνει αναπάντητο...

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Χιλιάδες παιδιά μας λείπουν κάθε χρόνο...

Των ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΞΥΝΟΥ
http://archive.enet.gr

Μια σοβαρή απειλή, με επικίνδυνες συνέπειες, πλανάται πάνω από τη χώρα μας. Το όνομά της δημογραφική κρίση, η οποία, σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, παίρνει πλέον ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Εάν η πολιτεία δεν προχωρήσει άμεσα σε καθοριστικές μεταρρυθμίσεις και όχι σε ημίμετρα, όπως δείχνουν οι εκθέσεις διεθνών οργανισμών και στατιστικών υπηρεσιών, μέχρι τα επόμενα 50 χρόνια η Ελλάδα θα μετατραπεί σε χώρα γερόντων με σημαντική μείωση του αμιγούς ελληνικού πληθυσμού της. Ενα πρόβλημα που, μετά το '81, αντιμετωπίζει στο σύνολό της σχεδόν όλη η Ευρώπη -ελάχιστες οι εξαιρέσεις- αφού σταδιακά μειώνονται οι γεννήσεις και αυξάνονται οι θάνατοι. Οι προβλέψεις λένε ότι μέχρι το 2050 ο πληθυσμός της Ευρώπης θα μειωθεί κατά 8,5 εκατομμύρια κατοίκους, παρά την εισροή των μεταναστών, οι οποίοι, κατά τους μελετητές, αποτελούν «δημογραφική ένεση» για τους πληθυσμούς πολλών ευρωπαϊκών χωρών.

Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βουλγαρία αντιμετωπίζουν σήμερα το πιο σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα στην Ευρώπη, αφού οι δείκτες γονιμότητας είναι πολύ κάτω από τα όρια για την αντικατάσταση των γενεών. Στη χώρα μας από 2,1 που ήταν το 1981 έφτασε το 1,2 το 2004. Είναι ο χαμηλότερος δείκτης στην Ευρώπη των 15 και ο πέμπτος χαμηλότερος στην Ευρώπη των 25. Την ιδια ώρα η Κομισιόν υποστηρίζει ότι, για ν' αντιστραφεί η τάση συρρίκνωσης του ευρωπαϊκού πληθυσμού, θα πρέπει ο δείκτης γονιμότητας να ανεβεί στο 2,7.

Οσον αφορά την Ελλάδα, οι αριθμοί που ακολουθούν δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος: σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, κατακόρυφη πτώση σημείωσαν οι γεννήσεις. Από τις 148.000, που ήταν το 1980, κατέβηκαν περίπου στις 100.000 το 2004. Το σημαντικό στοιχείο όμως, που προκύπτει από τη μελέτη που έχει κάνει ο καθηγητής Μανώλης Δρεττάκης, είναι ότι από τις 105.655 γεννήσεις που σημειώθηκαν το 2004, οι 16.852 (16,0%) ήταν από αλλοδαπές μητέρες, ενώ οι γεννήσεις από Ελληνίδες μητέρες το 2004 ήταν περίπου 55.000 λιγότερες απ' ό,τι το '80.

Η δυτική Μακεδονία και η Ηπειρος είναι οι περιοχές της χώρας που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη υπογεννητικότητα, αντίθετα το νότιο Αιγαίο και η Κρήτη τη μικρότερη. Η πιο σημαντική επίπτωση από την αύξηση της υπογεννητικότητας, σύμφωνα με τον κ. Δρεττάκη, είναι η μείωση των μαθητών με Ελληνες γονείς. Κατά 435.000 μειώθηκαν από το '80 έως το 2004 στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

«Σε 30 χρόνια με τα σημερινά δεδομένα οι μετανάστες θα αντιστοιχούν στο 30% του συνολικού πληθυσμού της χώρας» τονίζει ο γενικός γραμματέας της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος (ΕΣΥΕ), Μανώλης Κοντοπυράκης, και προτείνει την πλήρη ενσωμάτωση των νόμιμων μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Οσο για τις αιτίες της υπογεννητικότητας πιστεύει ότι η πρώτη και βασική αιτία είναι η αλλαγή νοοτροπίας της Ελληνίδας, η οποία πρέπει να πειστεί και πάλι ότι το να φέρνεις παιδιά στον κόσμο είναι ευλογία και δεν είναι πρόβλημα. «Η πολιτεία αναμφισβήτητα πρέπει να συμβάλει με μέτρα και κίνητρα, αλλά και οι Ελληνες πρέπει ν' αλλάξουν σκέψη και νοοτροπία. Δεν σημαίνει ότι όταν κάνεις παιδιά, ξεβολεύεσαι από την άνεσή σου» προσθέτει ο κ. Κοντοπυράκης.

Τα τελευταία 14 χρόνια (σύμφωνα με την ΕΣΥΕ) οι γάμοι από 65.568 το 1991 κατέβηκαν στους 51.377 το 2004, ενώ αυξήθηκαν σημαντικά οι πολιτικοί από 5.858 (1991) σε 13.881 (2004), γεγονός που αποδίδεται στους γάμους Ελλήνων με μετανάστες ή μεταξύ μεταναστών. Ο δείκτης διαζυγίων αυξήθηκε και από 8% το 1984 έφτασε το 21% το 2004, ενώ οι γυναίκες αποκτούν πλέον το πρώτο τους παιδί σε ηλικία περίπου 29 χρονών, από 25 που ήταν το 1991.

Παράλληλα αυξήθηκαν οι θάνατοι και από 53.000 που ήταν το 1951 έφτασαν τους 105.000 το 2004, όχι από νοσηρότητα, αλλά από γήρανση, όπως επισημαίνει ο καθηγητής του ΕΜΠ Κωστής Κουτσόπουλος. Ετσι τριπλασιάστηκαν τα ηλικωμένα άτομα πάνω των 65 χρόνων. Σήμερα οι νέοι είναι 10% λιγότεροι από τους ηλικωμένους και να σκεφτεί κανείς ότι το 1950 ήταν υπερτετραπλάσιοι των ηλικιωμένων. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, μια χώρα θεωρείται γερασμένη όταν το 7% στο σύνολο του πληθυσμού της είναι άνω των 65 ετών. Στη χώρα μας σήμερα το ποσοστό αυτό φτάνει περίπου στο 18%, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις το 2025 θα φτάσει το 25%.

Η υπογεννητικότητα, όπως πολύ σωστά επισημαίνει η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Αλεξάνδρα Κορωναίου, είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που έχει να κάνει με τις αλλαγές στη σύνθεση της παραδοσιακής οικογένειας αλλά και στις σύγχρονες κοινωνίες, σε επίπεδο σχέσεων και κουλτούρας.

Ως σύνθετο λοιπόν και όχι ως ένα απλό κοινωνικό φαινόμενο πρέπει να το αντιμετωπίσει η πολιτεία και οι εκάστοτε κυβερνήσεις, έτσι ώστε οι γυναίκες που το επιθυμούν -γιατί η μητρότητα είναι επιθυμία και επιλογή- να πειστούν ότι, όταν αποκτήσουν παιδιά, θα μπορέσουν να τα μεγαλώσουν με αξιοπρέπεια και με μια σχετική οικονομική άνεση, η οποία, σήμερα, στην πλειονότητα των ελληνικών ζευγαριών δεν υπάρχει.

Υλικό Παραγωγής Λόγου / Η δημογραφική πραγματικότητα στην Ελλάδα

Ρόντος Κωνσταντίνος
http://blogs.eliamep.gr

Η θετική εξέλιξη του πληθυσμού από πλευράς μεγέθους, αλλά και διαρθρωτικών χαρακτηριστικών, κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική καθώς κατά κανόνα συνδέεται με την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, ενώ η πληθυσμιακή στασιμότητα, ή ακόμη χειρότερα η μείωση αυτού, οδηγεί τελικά στο μαρασμό, στην κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση και μακροχρόνια υποσκάπτει ακόμη και αυτή την επιβίωση ενός λαού. Ο δημογραφικός παράγοντας είναι ιδιαίτερα σημαντικός για μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, με παράλληλα μεγάλη γεωγραφική διασπορά, κυρίως ως προς το νησιωτικό χώρο, μέρος του οποίου έχει και ακριτικό χαρακτήρα, γεγονός που επιβάλλει τη δημογραφική ευρωστία ως απολύτως απαραίτητη για την επιβίωσή του. Προκύπτει, επομένως, ότι η εξέλιξη του πληθυσμού δεν θα πρέπει να εξετάζεται μόνο στο σύνολο μιας χώρας, αλλά και στην περιφερειακή της διάσταση, ιδιαίτερα όταν υπάρχει η προοπτική της ερήμωσης νησιωτικών, αγροτικών ή μεθοριακών περιοχών.
Προσθέτουμε τέλος ότι ιστορικά, στη βάση της ανάπτυξης των κοινωνιών παρατηρείται δημογραφική ευρωστία, ενώ της κατάρρευσης αυτών συνήθως προϋπάρχει δημογραφική καχεξία, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την ακμή και την παρακμή της Κλασσικής Ελλάδας και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
2. Η εξέλιξη του πληθυσμού της Ελλάδος 1951-2011
Ο πληθυσμός της Ελλάδος, σύμφωνα με την τελευταία επίσημη απογραφή πληθυσμού του 2001, ανέρχεται σε 10,96 εκ. κατοίκους (Πίνακας 1). Στην περίοδο 1991-2001 σημειώνει μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής μόλις 0,66, %, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην σημαντικότατη εισροή ξένων μεταναστών, κατά κύριο λόγο (σε ποσοστό πάνω από 50 %), από την Αλβανία, τη Βουλγαρία και την Ρουμανία. Η ίδια απογραφή κατέγραψε 761,8 χιλ μετανάστες, μέγεθος που αποτελεί το 6,9 % του συνολικού πληθυσμού της Χώρας. Το μέγεθος αυτό, λόγω της αδυναμίας καταγραφής του συνόλου των μη νόμιμα παρευρισκόμενων στην Ελλάδα μεταναστών, θεωρείται ως υποεκτίμηση του συνόλου των ξένων μεταναστών κατά το έτος της απογραφής. Θα ήταν ρεαλιστικό να εκτιμήσουμε το πραγματικό μέγεθος στο 1 εκατ., οπότε οι ξένοι μετανάστες αποτελούσαν το 10 % περίπου του συνολικού πληθυσμού.
Πρόβλεψη που έγινε στα πλαίσια της παρούσας ανάλυσης για το έτος 2011, με υπόθεση τη διατήρηση του ίδιου, με την περίοδο 1991-2001, μέσου ετήσιου ρυθμού, δίνουν εκτίμηση πληθυσμού ίση με 11,7 εκατ (Πίνακας 1).. Πιο σύνθετες προβλέψεις (Ρόντος, υπό δημοσίευση) δίνουν εκτίμηση πληθυσμού 11,3 εκ. για το ίδιο έτος.
Από την επεξεργασία των απογραφικών δεδομένων (Πίνακας 2) παρατηρείται η έντονη αστικοποίηση που έλαβε χώρα στη μεταπολεμική Ελλάδα και συγκεκριμένα η τεράστια αύξηση της αναλογίας του αστικού πληθυσμού στο σύνολο αυτού. Το 1951, 38 στους 100 κατοίκους είναι εγκατεστημένοι στα αστικά κέντρα, ενώ σε 50 χρόνια, δηλαδή το 2001, η αναλογία αυτή προσέγγισε τους 75 στους 100 .
Η άνιση κατανομή και η χωρική υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού αντικατοπτρίζεται, επίσης, στο γεγονός ότι το 30% περίπου του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδος εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στην περιφέρεια της Πρωτεύουσας (Πίνακας 3). Η άνιση αυτή κατανομή του πληθυσμού υπέρ των αστικών περιοχών και η υπερσυγκέντρωση αυτού κυρίως στην πρωτεύουσα, αποτελεί και το βασικό περιφερειακό πρόβλημα της Χώρας καθώς έχει οδηγήσει στην πληθυσμιακή αποψίλωση και στη δημογραφική αποδόμηση ων αγροτικών, κυρίως, περιοχών.
3. Οι δημογραφικοί παράγοντες και η σημασία τους
Καθώς ο πληθυσμός μιας χώρας μεταβάλλεται μέσω της φυσικής κίνησης (Γεννήσεις-Θάνατοι) και της μεταναστευτικής κίνησης (Εισροή–Εκροή μεταναστών) αυτού, η υπογεννητικότητα σε συνδυασμό με τη διατήρηση ή ακόμη και την αύξηση της θνησιμότητας που παρατηρείται σήμερα στην Ελλάδα, οδηγεί σε αρνητική εξέλιξη (φυσική μείωση) του πρώτου παράγοντα. Αυτό καθιστά απαραίτητη την θετική εξέλιξη του μεταναστευτικού παράγοντα για να παραμείνει στάσιμος ή πολύ περισσότερο για να αυξηθεί ο πληθυσμός.
Η υπογεννητικότητα, αποτελεί σημαντικότατο δημογραφικό παράγοντα επειδή, εκτός της επίδρασής της στο μέγεθος του συνόλου ενός πληθυσμού, μειώνει και την αναλογία των παιδικών και νεανικών ηλικιών με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής των σύγχρονων κοινωνιών, ο πληθυσμός να οδηγείται στη δημογραφική γήρανση, δηλαδή σε μια κοινωνία γερασμένη, κατάσταση που έχει σημαντικές συνέπειες σε όλες σχεδόν τις πτυχές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Ο δείκτης δημογραφικής γήρανσης (αριθμός ατόμων ηλικίας 65+ που αντιστοιχεί σε 100 παιδιά ηλικίας 0-14) στην Ελλάδα ανήλθε, σε 110 το 2001 και σε 130 το 2006, έναντι τιμής του δείκτη 23,9 το 1951 και 53,7 το 1981.
Η διατήρηση της εξέλιξης αυτής οδηγεί βαθμιαία σε κοινωνική οπισθοχώρηση και σε οικονομική καθυστέρηση καθώς εμποδίζεται η αντικατάσταση-ανανέωση του εργατικού δυναμικού, δυσχεραίνεται η εφαρμογή του ασφαλιστικού συστήματος, υποαπασχολούνται κοινωνικοί πόροι και υποδομές σε τομείς όπως είναι η εκπαίδευση, υγεία, κλπ με ταυτόχρονη αύξηση του κατά κεφαλήν κόστους, εγκαταλείπονται οι τοπικοί πόροι, ιδιαίτερα σε μη αστικές περιοχές, μειώνεται η απόδοση των επενδύσεων, περιορίζεται η δυνατότητα εισαγωγής τεχνολογίας και η αμυντική ικανότητα της χώρας και μακροχρόνια γίνονται λιγότερες. οι ευκαιρίες για την εισαγωγή νεωτερισμών, πρωτοβουλιών και νέων ιδεών, που συνήθως προωθούνται με τις νέες κάθε φορά γενιές.
4. Βασικά αίτια της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα;
Η εξέλιξη των δημογραφικών παραγόντων συνδέεται στενά με το ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον της κάθε περιόδου σε μια διαδικασία που έχει γίνει γνωστή ως μοντέλο της «δημογραφικής μετάβασης». Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, η γεννητικότητα και η θνησιμότητα μειώνονται σταδιακά σε 5 φάσεις, καθώς το βιοτικό επίπεδο και οι συνθήκες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης βελτιώνονται και οι κοινωνικές συνθήκες σχετικά με το ρόλο των φύλων, το γάμο και το μέγεθος της οικογένειας μεταβάλλονται.
Γενικά, μειωμένος αριθμός γεννήσεων σε μια γεωγραφική ενότητα μπορεί να προέρχεται είτε από την έλλειψη των φυσικών φορέων της γέννησης, δηλαδή των νέων αναπαραγωγικών ηλικιών, είτε από τη μειωμένη γονιμότητα αυτών που παραμένουν στη δεδομένη περιοχή. Στη μείωση των αναπαραγωγικών ηλικιών της Ελλάδος μεγάλη συμμετοχή είχε η τεράστια μεταπολεμική εξωτερική μετανάστευση προς τις υπερπόντιες και δυτικές χώρες, οι οποίες στην περίοδο 1961-77, απορρόφησαν 1.044.753 μόνιμους και 1.075.007 προσωρινούς, νέους κυρίως, μετανάστες.
Σχετικά με το δεύτερο παράγοντα, τη γονιμότητα, μια πρωτογενής και γενική αιτία θεωρείται η μετάβαση από την αγροτική προς την βιομηχανική κοινωνία και η εγγενής της διαδικασίας αυτής αστικοποίηση, στα πλαίσια της οποίας η σημασία και η χρησιμότητα του τυπικού προτύπου οικογένειας ( βλέπε γάμος με πολλά παιδιά) μεταβλήθηκε και η κοινωνική και θρησκευτική πίεση για το γάμο και την τεκνοποιϊα, κυρίως προς τη γυναίκα, περιορίστηκε, με αποτέλεσμα την σταδιακή εξέλιξη προς τα σύγχρονα πρότυπα. Κύρια δημογραφικά χαρακτηριστικά της εξέλιξης αυτής είναι η μείωση των γάμων και των γεννήσεων, η αύξηση των διαζυγίων και οι ροές μετανάστευσης από λιγότερο ανεπτυγμένα προς τα πιο ανεπτυγμένα κράτη.
Οι τάσεις αυτές στην Ελλάδα, δηλαδή ο περιορισμός των γάμων σε συνδυασμό με την διατήρηση του μεγαλύτερου μέρους των γεννήσεων εντός γάμου (95 %), η αναβολή του γάμου προς μεγαλύτερες ηλικίες (33 έτη για τους άνδρες και 30 για τις γυναίκες) και η μείωση της διάρκειας αυτού, λόγω αυξημένης διαζυγιότητας, συντελούν στη διατήρηση του ολικού δείκτη γονιμότητας σε χαμηλά επίπεδα. Δευτερογενείς παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τη γονιμότητα, στα πλαίσια της βιομηχανικής και μεταβιομηχανικής κοινωνίας, είναι η αλλαγή του ρόλου της γυναίκας, η μακρόχρονη συμμετοχή της στην εκπαίδευση, η καθολική σχεδόν είσοδός της στην αγορά εργασίας και ο ατομικισμός-καταναλωτισμός που καθιερώθηκε στις σύγχρονες κοινωνίες και αποτρέπει τις σύγχρονες γενιές από την ανάληψη (και μάλιστα σε μικρές ηλικίες) των υποχρεώσεων και των δεσμεύσεων του γάμου και της γέννησης παιδιών. Οι πρόσφατες αρνητικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, που δυσχεραίνουν την εύρεση εργασίας από τους νέους και πολύ περισσότερο σταθερής (μόνιμης) εργασίας, αποτελούν πρόσθετο αρνητικό παράγοντα σύναψης γάμου και γέννησης παιδιών. Η αναβολή της γέννησης παιδιών προς την ηλικία των 30 ετών κατά μέσο όρο για τη γυναίκα δημιουργεί πρόσθετα και βιολογικές πλέον δυσχέρειες στην σύλληψη παιδιών. Τέλος, η ανεπαρκής και αποσπασματική πολιτική στήριξης της οικογένειας και της τεκνοποιίας στην Ελλάδα διατηρεί και επεκτείνει το πρόβλημα.
5. . Τάσεις για την πορεία του φαινομένου της υπογεννητικότητας με βάση την πορεία των δεικτών.
Οι γεννήσεις σαν απόλυτο μέγεθος μειώθηκαν θεαματικά στη μεταπολεμική περίοδο κατά 1/3 περίπου, δηλαδή από 155.422 το 1951 σε 102.282 το 2001, ενώ ο Ακαθάριστος Δείκτης Γεννητικότητας (ετήσιος αριθμός γεννήσεων σε 1000 κατοίκους) μειώθηκε στο μισό στην ίδια περίοδο (από 20,31 σε 9,34). Ο Ολικός Δείκτης Γονιμότητας μειώθηκε επίσης σε 1,31 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας το 2001, έναντι 2,63 αντίστοιχα του έτους 1951. Στην πρόσφατη δεκαετία του 2000 παρατηρείται μια αύξηση του απόλυτου αριθμού των γεννήσεων σε 112.042 το 2006 και 111.926 το 2007, διατήρηση του ακαθάριστου δείκτη γύρω στο 10 %0 και του δείκτη γονιμότητας στο 1,38, λόγω κυρίως της ενίσχυσης της αναπαραγωγικής βάσης που προήλθε από τους νέους, κατά κανόνα, ξένους μετανάστες και πιθανώς από την εμφάνιση θεαματικά αυξημένου αριθμού γεννήσεων εκτός γάμου στην Ελλάδα σε σχέση με το παρελθόν (6.505 το 2007 έναντι 2.227 το 1981).
Για τις μελλοντικές εξελίξεις είναι δυνατόν να γίνει σειρά προβλέψεων μια και υπάρχουν αρκετές τεχνικές προβολής του πληθυσμού και των δημογραφικών παραγόντων. Θεαματική βελτίωση του αριθμού των γεννήσεων και των σχετικών δεικτών, πάντως, δεν θα πρέπει να αναμένουμε χωρίς την εφαρμογή ισχυρής και ολοκληρωμένης δημογραφικής πολιτικής και πολιτικής στήριξης της οικογένειας. Αυτό φαίνεται και από τον αριθμό των γεννήσεων του 2007 που παραμένει σε ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα από το 2006, γεγονός που καταδεικνύει την εξασθένηση της δυναμικής αύξησης της περιόδου 2001-2006.
Κλειδί, επίσης, στην εξέλιξη του φαινομένου είναι ο ρυθμός εισροής μεταναστών στην Χώρα, τον οποία ελπίζουμε να καταγράψει και πάλι επιτυχώς η επικείμενη απογραφή πληθυσμού του 2011, ώστε να υπάρξει νέα πληροφόρηση για τις πρόσφατες δημογραφικές εξελίξεις. Τέλος, παρότι οι δείκτες γεννητικότητας και γονιμότητας στην Ελλάδα είναι από τους πλέον χαμηλούς στην Ευρώπη, είναι πιθανή ακόμη και η περαιτέρω μείωση αυτών, προΐούσης της μεγάλης δημογραφικής γήρανσης και της πιθανής γενίκευσης της αρνητικών εξελίξεων που επηρεάζουν κοινωνικά και βιολογικά τη γονιμότητα. Αν θα θέλαμε να καταγράψουμε μια μακροχρόνια πρόβλεψη για τον Ολικό Δείκτη Γονιμότητας της Ελλάδος, παραθέτω αυτή της EUROSTAT (2006), που προβλέπει 1,5 παιδιά ανά γυναίκα παραγωγικής ηλικίας, μέγεθος που παραμένει σταθερό για την περίοδο 2025-2050 και βρίσκεται μεν σε ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα από τα σημερινά, αλλά ούτε καν προσεγγίζει τα όρια αναπαραγωγής του πληθυσμού (2,1).
6. Η δημογραφική κατάσταση στα Βαλκάνια-Τουρκία, Σκόπια, Βουλγαρία και Αλβανία- και γεωπολιτικές συνέπειες
Τα πληθυσμιακή μεγέθη των Χωρών στα Βαλκάνια και γενικότερα στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου δεν είναι ισοδύναμα. Η Τουρκία, για παράδειγμα, είναι μεγάλη δημογραφική δύναμη με 75,8 εκατ. πληθυσμό το 2005, ενώ η Βουλγαρία και η Αλβανία με 7,4 εκ. και 3,6 εκ. πληθυσμό αντίστοιχα κατά το ίδιο έτος έχουν αθροιστικά τον πληθυσμό της Ελλάδος. Τα Σκόπια αποτελούν ένα πληθυσμιακά μικρότερο Κράτος με 2,1 εκ. πληθυσμό, σύμφωνα με τον Πίνακα 4.
Σχετικά με τους υπόλοιπους δείκτες, η Τουρκία, ειδικότερα, έχει διπλάσιο Ακαθάριστο Δείκτη Γεννητικότητας (20,0 %0) έναντι της Ελλάδος και σχεδόν διπλάσιο Ολικό Δείκτη Γονιμότητας (2,3), δηλαδή συνεχίζει να διατηρεί δείκτη μεγαλύτερο από το όριο αναπαραγωγής του πληθυσμού (2,1). Οι λοιπές χώρες έχουν σχετικά καλύτερους ή παρεμφερείς δείκτες με την Ελλάδα, μετά από μια θεαματική πτώση αυτών στην πρόσφατη δεκαετία, ενώ το προσδόκιμο ζωής είναι σαφώς μεγαλύτερο στην Ελλάδα.
Η σύγκριση των πληθυσμιακών πυραμίδων δίνει εμφανώς τη δημογραφική εικόνα των δύο Χωρών, δηλαδή της Ελλάδος και της Τουρκίας.
Από την μέχρι τώρα ανάλυση έγινε κατανοητή η σημασία του μεγέθους και των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών του πληθυσμού στην πορεία για την επιβίωση και την ανάπτυξη ενός λαού. Ειδικότερα για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας γίνεται εύκολα αντιληπτή η σημασία του μεγέθους και της σύνθεσης του πληθυσμού στα μικρά ακριτικά νησιά του Αιγαίου, που σημειωτέον έχουν οριακούς ποσοτικά και ποιοτικά πληθυσμούς.
Γενικότερα, για την μελλοντική γεωπολιτική ισορροπία στην περιοχή αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τη σημασία της σύγκρισης του πληθυσμού της Τουρκίας των 97 εκ., που προβλέπεται να έχει το 2050, με σχετικά νεανική και ώριμη σύνθεση (100 ηλικιωμένοι στα 100 παιδιά), έναντι ενός στάσιμου πληθυσμού των 10,8 εκ. κατοίκων με εξαιρετικά δυσμενή δείκτη γήρανσης (260 ηλικιωμένοι στα 100 παιδιά) αντίστοιχα της Ελλάδας (EUROSTAT, 2007).
Εύλογο επόμενο θέμα στην παρούσα ανάλυση είναι οι λόγοι για τους οποίους παρατηρούνται οι παραπάνω αποκλίσεις μεταξύ των επιμέρους Χωρών. Θα γίνει αναφορά ειδικότερα για την Τουρκία σε σχέση με την Ελλάδα, επειδή οι πληθυσμιακές αποκλίσεις είναι σαφώς εμφανείς, ενώ οι λοιπές χώρες είναι μικρότερου μεγέθους και εμφανίζουν πρόσφατα ίδιους δείκτες.
Γενικά η Τουρκία βρίσκεται σε κοινωνικο-οικονομικό αναπτυξιακό επίπεδο προγενέστερο από αυτό της Ελλάδας, που στην πρακτική των διαφόρων χωρών ακολουθείται από καλύτερους δημογραφικούς δείκτες, ένα φαινόμενο γνωστό ως «δημογραφικό παράδοξο». Σύμφωνα με τη θεωρία της δημογραφικής μετάβασης, που αναφέρθηκε παραπάνω, η Τουρκία φαίνεται ότι βρίσκεται στο τρίτο στάδιο αυτής με χαρακτηριστικά την υψηλή αλλά φθίνουσα γεννητικότητα, με μικρή και σταθεροποιημένη θνησιμότητα και υψηλή αλλά επιβραδυνόμενη φυσική αύξηση, χαρακτηριστικά που οφείλονται σε βελτίωση των συνθηκών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, υγιεινής και διαβίωσης και στις κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες για λιγότερα (σε σχέση με το παρελθόν ) παιδιά. Η Ελλάδα, αντίστοιχα, τοποθετείται μάλλον στο τέλος του τέταρτου σταδίου με μικρή γεννητικότητα και θνησιμότητα και ελαφρά αρνητική φυσική κίνηση, χαρακτηριστικά που οφείλονται σε παράγοντες που έχουμε εξηγήσει παραπάνω.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η θρησκεία στις μουσουλμανικές χώρες παραμένει πολύ σημαντικός παράγοντας διαμόρφωσης στάσεων και συμπεριφοράς, γεγονός που συμβάλλει στην αναστολή μιας ταχείας μεταβολής προς τα σύγχρονα δυτικά πρότυπα, σύμφωνα με τα οποία περιορίζονται οι γάμοι και οι γεννήσεις, αυξάνονται τα διαζύγια και υιοθετούνται νέοι τύποι οικογένειας, όπως είναι η μονογονεϊκή και η συμβίωση.
Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η σημασία που φαίνεται να δίνει η Τουρκία, στη διατήρηση υψηλών ρυθμών πληθυσμιακής αύξησης (1,5 % ετησίως το 2005 έναντι 0,2 της Ελλάδος), παρότι το γεγονός αυτό δημιουργεί προβλήματα την βελτίωση του μέσου επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού.
7. Μέτρα πολιτικής για τη βελτίωση του δημογραφικού παράγοντα.
Τα δημογραφικά φαινόμενα δεν έχουν άμεσα εμφανείς συνέπειες, αλλά τα σχετικά προβλήματα εκδηλώνονται αρκετά μεταγενέστερα από την γενεσιουργό αιτία τους. Για παράδειγμα αναφέρεται το μεταναστευτικό ρεύμα των Ελλήνων προς το εξωτερικό των δεκαετιών του ‘60 και ’70, που συνέβαλλε, όπως ήδη αναφέρθηκε, σημαντικά στα δύο βασικά σημερινά και μελλοντικά δημογραφικά τη γήρανση και την υπογεννητικότητα. Το πρώτο λάθος λοιπόν ήταν η μη πρόγνωση των δυσμενών συνεπειών μιας αλόγιστης μεταναστευτικής ροής και η μη αποτροπή της. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αναμενόμενο κάτω από τις νεοκλασικές θεωρήσεις της εποχής περί μεταναστευτικών ροών.
Στη συνέχεια, μετά την εκδήλωση ενός δημογραφικού φαινομένου όπως η υπογεννητικότητα, αν δεν ληφθούν έγκαιρα γενναία μέτρα, η εξέλιξή του είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναστραφεί. Αναφέρονται χαρακτηριστικά οι Βόρειες και Δυτικές χώρες της Ευρώπης, οι οποίες μόνο μετά την εφαρμογή συστηματικής και ισχυρής πολιτικής έχουν κατορθώσει, σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι σήμερα, να επαναφέρουν το δείκτη γονιμότητας στο 1,85-1,99 προσεγγίζοντας το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού (2,1 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας). Η ενίσχυση των μονογονεϊκών οικογενειών και γενικότερα των παιδιών εκτός γάμου από πλευράς Κράτους και η από νωρίς κοινωνική τους αναγνώριση συνέτεινε στην γενίκευση του θεσμού, μέσω δε αυτού, στην ενίσχυση της γονιμότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι γεννήσεις εκτός γάμου, σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Δανία, κυμαίνονται στο 44-47 % του συνόλου αυτών το 2006, ενώ στη Σουηδία το ποσοστό ανέρχεται στο 55,47 %. Στην Ισλανδία το ίδιο έτος το ποσοστό γεννήσεων εκτός γάμου προσεγγίζει το 66 % !!!!!!και στην Εσθονία το 58 %.
Η μακρόχρονη έλλειψη συγκροτημένης δημογραφικής πολιτικής και πολιτικής στήριξης της οικογένειας στην Ελλάδα έχει εμφανή αποτελέσματα και σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην ποσοτική και ποιοτική κατάσταση του πληθυσμού, είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα όποια μέτρα λήφθηκαν ήταν ανεπαρκή και αποσπασματικά.
Εκτός λοιπόν από τη λήψη γενναίων μέτρων, αυτά θα πρέπει να συγκροτηθούν σε μια ενιαία και ολοκληρωμένη πολιτική προστασίας της μητρότητας, της οικογένειας και του παιδιού και να αναφέρονται σε μια σαφή στρατηγική με ποσοτικοποιημένους στόχους, οι οποίοι να είναι αποτέλεσμα έρευνας και επιστημονικής ανάλυσης.
Οι δημογραφικές προοπτικές της Χώρας φαίνεται ότι είναι δυσοίωνες. Επομένως η μη ανάληψη μιας δράσης τέτοιας μορφής είναι αποτέλεσμα τελικά της μη συνειδητοποίησης από την Ελληνική κοινωνία και πολιτική της σημασίας του δημογραφικού παράγοντα, παρά τις κατά καιρούς λεκτικές αναφορές σ’ αυτόν.
Σ’ αυτή τη βάση, τα μέτρα θα πρέπει να περιλαμβάνουν ολοκληρωμένη κάλυψη της κύησης, διευκολύνσεις και γενναία επιδότηση της μητρότητας και του παιδιού, ανάπτυξη δομών και υποδομών για τη φροντίδα του παιδιού και την υποστήριξη της εργαζόμενης μητέρας και ενίσχυση ιδιαίτερα του 2ου παιδιού, τη στιγμή που η γονιμότητα έχει κατέλθει σε χαμηλότερα μέσα επίπεδα από αυτό. Η πρόσφατη καθιέρωση του σύμφωνου συμβίωσης θέτει ένα θεσμικό πλαίσιο για τα εκτός γάμου πρότυπα οικογένειας και αναμένεται να δώσει νέες διαστάσεις σ’ αυτά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Eurostat, (2006), “Population Statistics”, Luxembourg.
Eurostat, (2007), “Demographic Outlοok”, Luxembourg.
Rontos K. (2007), “Prospects for a new family formation and for its impact on fertility: Some research evidence from Greece”, Statistical Review, vol. 3(1).
ΕΣΥΕ, «Αποτελέσματα Απογραφής 2001», http//:www.statistics.gr.
ΕΣΥΕ, «Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού 2000-06» », http//:www.statistics.gr.
Κοτζαμάνης Β. (2000), «Οι δημογραφικές εξελίξεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στην Ελλάδα», ΕΚΚΕ, Αθήνα.
Πολύζος Ν. (1981), «Δημογραφική πρόκληση», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα.
Ρόντος Κ., (υπό δημοσίευση) «Η προσέγγιση των Δημογραφο-οικονομικών Υποδειγμάτων στην Περιφερειακή Ανάλυση: Μια εφαρμογή για την Πρόβλεψη του Περιφερειακού Πληθυσμού της Ελλάδος», Σπουδαί, Πανεπιστήμιο Πειραιά.
Σιάμπος Γ. (1993), «Δημογραφία», εκδόσεις «Οικονομικό», Αθήνα.
Τσίμπος Κ. και Παπαδάκης Μ., 2004, «Δημογραφική Ανάλυση-Αρχές, Μέθοδοι Υποδείγματα», εκδόσεις Σταμούλη, Αθήνα.
.

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Η ΒΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ

του Ευάγγελου Χαϊνά,
Κοινωνιολόγου, Υποψήφιου Διδάκτορα,
Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Oι εκδηλώσεις βίας πριν, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τη λήξη μιας αθλητικής εκδήλωσης από οπουδήποτε κι αν προέρχονται – φιλάθλους/οπαδούς, αθλητές – και ανεξάρτητα από το εάν θα μπορούσαν να θεωρηθούν δικαιολογημένες ή όχι, υποσκάπτουν σοβαρά το οικοδόμημα του αθλητισμού και συντελούν στη δυσφήμισή του. Οι θάνατοι φιλάθλων, η αντικοινωνική συμπεριφορά των hooligan και τα σοβαρά επεισόδια που προκαλούν, μέσα και γύρω από τους αθλητικούς χώρους, έχουν προσελκύσει την προσοχή των νομοθετικών, κατασταλτικών και δικαιοδοτικών μηχανισμών, των περισσοτέρων κρατών, σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπλέον, έχει δημιουργηθεί ένας έντονος επιστημονικός προβληματισμός και διάλογος γύρω από τη φαινομενολογία, την αιτιολογία και την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου κοινωνικού φαινομένου.
Από κοινωνιολογική και εγκληματολογική σκοπιά, οι εκδηλώσεις βίας στον αθλητισμό δε θεωρούνται απλά περιστασιακά επεισόδια με πρωταγωνιστές τους χαρακτηριζόμενους από τον αθλητικό τύπο ως «φανατικούς οπαδούς» ή «hooligans» ούτε συνηθισμένες ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές αλλά αποτελούν μέρος ενός γενικότερου φαινομένου που σχετίζεται με την άσκηση βίας στην κοινωνία. Η περίπτωση του ποδοσφαιρικού χουλιγκανισμού είναι ιδιόμορφη, διότι αποτελεί οριακό φαινόμενο. Αυτός είναι ο λόγος, που σε συνδυασμό με την κλιμάκωση του φαινομένου και τις διαστάσεις τις οποίες έχει πάρει τα τελευταία χρόνια τον έχει μετατρέψει σε αυτόνομο χώρο μελέτης. Βάσιμα μπορεί να υποστηριχτεί η άποψη ότι ο ποδοσφαιρικός χουλιγκανισμός βρίσκεται στο ενδιάμεσο διάστημα της υποκουλτούρας και της παραβατικής συμμορίας, ιδίως στη σημερινή του μορφή, διότι αποτελεί πρωτίστως, χώρο συμπύκνωσης και κανάλι εξωτερίκευσης του προβλήματος της βίας στις σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες. Μάλιστα το κεντρικότερο ίσως ενδιαφέρον των σκληροπυρηνικών οπαδών hooligans είναι η βία και η επιθετικότητα. Εκτός από την βία και τον σεξισμό, οι σύγχρονοι hooligans δεν διακρίνεται να επεξεργάζονται κανένα άλλο κοινωνικό νόημα ούτε έχουν κάνει κάποια άλλη υποπολιτισμική επένδυση. Στο πλαίσιο αυτό, οι φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου (αστυνομία, δικαιοσύνη) επιδεικνύουν μηδενική ανοχή στις περιπτώσεις εκδήλωσης του χουλιγκανισμού μετατρέποντάς τον κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μια εξ’ ολοκλήρου ποινικοποιημένη συμπεριφορά.
Στην Ελλάδα τα τελευταία 20 περίπου χρόνια παρατηρείται μια έξαρση του φαινομένου της βίας στους αθλητικούς χώρους. Τα πρόσφατα αρνητικά γεγονότα (ο θάνατος του 22χρόνου οπαδού του Παναθηναϊκού στην Παιανία, στις 29 Μαρτίου 2007, τα επεισόδια μεταξύ των ελλήνων φιλάθλων στον αγώνα των Εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου Ελλάδας και Τουρκίας καθώς και μια σειρά περιστατικών με συμπλοκές οργανωμένων οπαδών), έφεραν στο προσκήνιο το ρόλο που διαδραματίζουν οι σύνδεσμοι οργανωμένων οπαδών στην πρόκληση βίαιων επεισοδίων και στη συντήρησή τους, προσδιόρισαν και κατέγραψαν τις ανησυχητικές διαστάσεις που έχει προσλάβει το φαινόμενο και κατέδειξαν την ανάγκη της άμεσης και αποτελεσματικής καταπολέμησής του.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα των διεξαχθείσων ελληνικών επιστημονικών ερευνών με αντικείμενο μελέτης τη βία στα γήπεδα, συμπεραίνεται πως το γενικότερο κοινωνικό κλίμα, η εμπορευματοποίηση του αθλητισμού, η αδυναμία κοινωνικοποίησης, ο φανατισμός και η υπο-πολιτιστική κουλτούρα, αποτελούν παράγοντες του γεγονότος ότι ο χουλιγκανισμός «γεννιέται και μεγαλώνει» μέσα στην κοινωνία. Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι η προσφυγή στην εκδήλωση αντικοινωνικών συμπεριφορών στα γήπεδα δεν είναι μια μονοσήμαντη κατάσταση αλλά συνδέεται με τη διαδικασία αλληλοεπίδρασης μιας σειράς παραγόντων, όπως, οι συνθήκες ύπαρξης και βίωσης των φανατικών οπαδών, οι προσδοκίες τους και οι αναμονές τους από την έκβαση των αναμετρήσεων, το νομοθετικό πλαίσιο, η στάση της αστυνομίας, το κλίμα που διαμορφώνουν τα ΜΜΕ, οι συμπεριφορές των αθλητικών παραγόντων, οι «στημένοι αγώνες» και οι αποφάσεις των διαιτητών.
Τα μέτρα που κατά καιρούς έχουν εφαρμοστεί για την αντιμετώπιση του φαινόμενου είναι κατασταλτικού κυρίως τύπου, γεγονός που συνεπάγεται με τη μεγαλύτερη αστυνομική παρουσία στους αθλητικούς χώρους, τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας (σύστημα ηλεκτρονικής εποπτείας των αθλητικών εγκαταστάσεων) και το αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο. Παρόλο που χρειάζονται πολλά από τα κατασταλτικά αυτά μέτρα, είναι επίσης σημαντικό, οι φορείς της κοινωνίας να καθιερώσουν εξίσου αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα, ούτως ώστε να παρασχεθεί στους εν δυνάμει ταραχοποιούς (χούλιγκανς) ένα ικανοποιητικό πλαίσιο υποστήριξης και βοήθειας για να αποφύγουν την εκδήλωση αντικοινωνικής συμπεριφοράς, την υποτροπή και κατ’ επέκταση το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Επομένως, ξεκινώντας από μια θεωρητική παραδοχή που υποστηρίζει ότι οι κατασταλτικές πολιτικές ελέγχου και επιτήρησης των φανατικών οπαδών από την πλευρά των διωκτικών μηχανισμών δεν αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά αλλά ενδεχομένως ενισχύουν την ένταση του φαινομένου, προτείνεται μια πλήρης αναθεώρηση του πλαισίου αντιμετώπισης του φαινομένου ούτως ώστε να αποφευχθεί η εμμονή στην καταστολή (που μπορεί να οδηγήσει στην περιθωριοποίηση και στο στιγματισμό) και να ενισχυθεί ο ρόλος της πρόληψης. Στη βάση της σκέψης αυτής, θετική κρίνεται η διερεύνηση της προοπτικής διαμόρφωσης ενός κοινωνικού δικτύου αντιμετώπισης της βίας στα γήπεδα, με ανθρωποκεντρικό και κοινωνικό-προληπτικό χαρακτήρα που θα έχει ως στόχο την κατανόηση του προβλήματος και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων (αστυνομία, οργανωμένοι οπαδοί, κοινωνικοί και αθλητικοί φορείς).
Συμπερασματικά, ο αθλητισμός αποτελεί ένα κοινωνικό πεδίο δραστηριότητας και ως εκ τούτου επηρεάζεται και επηρεάζει πολιτικά, πολιτισμικά, οικονομικά και κοινωνικά συμβάντα. Κατά την εκτίμησή μας όσο αυξάνεται η επιθετικότητα στην κοινωνία με αντίστοιχο αναλογικό τρόπο θα αυξάνεται και στον αθλητισμό. Η άποψή μας είναι ότι μέσα από μια ολοκληρωμένη στρατηγική αντιμετώπισης μπορεί να προληφθεί και να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά ο χουλιγκανισμός και κατ’ επέκταση οι χώροι για τους θεατές να καταστούν ασφαλείς, φιλικοί και άνετοι. Η ρεαλιστική αντιμετώπιση του αρνητικού αυτού κοινωνικού φαινομένου, όμως, δεν μπορεί να προέλθει μόνο με όρους μιας κατασταλτικής πολιτικής, αλλά μέσα από την κοινωνικό-προληπτική δράση και την αντιμετώπιση των γενεσιουργών παραγόντων του. Εν κατακλείδι, τη χρονική αυτή περίοδο η ανάγκη να επιτύχουμε μεγαλύτερη ισότητα στην κοινωνία μας κρίνεται επιβεβλημένη. Σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει ίσως να συμβιβαστούμε με την ιδέα μιας συνεχούς ζωής με χουλιγκανισμό και πλήθος άλλων αντικοινωνικών συμπεριφορών στους αθλητικούς χώρους και όχι μόνο.
http://www.theartofcrime.gr/index.php?pgtp=1&aid=1180633753

ΒΙΑ ΣΤΑ ΓΗΠΕΔΑ / ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΤΩΝ HOOLIGANS

του Χρ. Τσουραμάνη
Καθηγητή ΤΕΙ Μεσολογγίου

Σύμφωνα με τον Γάλλο κοινωνιολόγο Emile Durkheim “Το έγκλημα υπάρχει σε όλες τις κοινωνίες…Δεν υπάρχει κοινωνία η οποία δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της εγκληματικότητας. Εκείνο που αλλάζει είναι η μορφή του, έτσι οι πράξεις που παίρνουν τον χαρακτηρισμό αυτό δεν είναι παντού οι ίδιες, θα υπάρχουν όμως παντού και πάντοτε άνθρωποι των οποίων η συμπεριφορά θα επισύρει ποινικές κυρώσεις σε βάρος τους…. Απλά λοιπόν εκείνο το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί σαν κάτι το φυσιολογικό είναι η ύπαρξη της εγκληματικότητας.” Ο επιφανής Γάλλος κοινωνικός επιστήμονας θέλει με τα παραπάνω να υποστηρίξει την άποψη πως το έγκλημα θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως μια φυσιολογική κατάσταση η οποία διατοπικά και διαχρονικά συνοδεύει όλες τις μέχρι σήμερα κοινωνίες, αποτελώντας απαραίτητο συστατικό τους. Η άσκηση δε της οποιασδήποτε αντεγκληματικής πολιτικής μπορεί να συμβάλλει απλά και μόνο στον περιορισμό του και όχι στην ολοσχερή εξάλειψή του. Mε τα μέτρα που θα λαμβάνονται στα πλαίσια της πολιτικής αυτής ξεχωριστή έμφαση θα πρέπει κατά τη γνώμη μας, να δίνεται μεταξύ άλλων,
• στην προσεκτική φύλαξη των πιθανών τόπων - στόχων εγκληματικών ενεργειών,
• στον έλεγχο των μέσων διάπραξης των εγκλημάτων και
• στην ενημέρωση των πολιτών για τους συνήθεις τρόπους δράσης των εγκληματιών.
Προς τον πρώτο από τους παραπάνω στόχους της αντεγκληματικής αυτής πολιτικής θα μπορούσαμε να πούμε πως κινείται η περιβαλλοντική εγκληματολογία (environmental criminology) ή εγκληματολογία του τόπου (criminology of place). Αυτή λαμβάνει κατά κύριο λόγο, υπόψη της την άνιση γεωγραφική κατανομή εκδήλωσης των διαφόρων εγκλημάτων και προτείνει τον εντοπισμό των ευρύτερων ή στενότερων γεωγραφικών τόπων όπου παρατηρείται έξαρση της εγκληματικότητας και τη λήψη μέτρων στους τόπους αυτούς, τα οποία θα καθιστούν τη διάπραξη των εγκλημάτων ιδιαιτέρως δυσχερή για τους υποψήφιους δράστες.
Αυτό θα μπορεί να επιτευχθεί με την καθιέρωση συστημάτων επιτήρησης των τόπων αυτών τα οποία θα εφαρμόζονται αυστηρά και θα είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, έτσι ώστε όσοι εισέρχονται σε αυτούς να καταγράφονται άμεσα για να είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι και εφόσον η συμπεριφορά τους είναι παράνομη, να είναι δυνατή στη συνέχεια η σύλληψή τους από τις δυνάμεις της τάξης. Γνωρίζοντας την κατάσταση αυτή, οι υποψήφιοι δράστες ενδέχεται να αποθαρρύνονται από το να εκδηλώσουν την εγκληματική τους συμπεριφορά επειδή οι πιθανότητες της ατιμωρησίας τους θα είναι ελάχιστες έως μηδαμινές.
Οι βασικές αυτές θέσεις της περιβαλλοντικής εγκληματολογίας αποτελούν το θεωρητικό υπόβαθρο της περιστασιακής πρόληψης του εγκλήματος (Situational Crime Prevention). Σύμφωνα με τον Ronald Clark, καθηγητή του Παν/μίου New Jersey State των ΗΠΑ,
«Η περιστασιακή πρόληψη του εγκλήματος ξεκινάει από την ανάλυση των συνθηκών που ευνοούν την αύξηση του αριθμού ειδικών κατηγοριών εγκλημάτων. Υποστηρίζει την εφαρμογή συγκεκριμένων αλλαγών του τόπου/περιβάλλοντος όπου τελούνται τα διάφορα εγκλήματα με σκοπό τη μείωση των ευκαιριών που οδηγούν στην εκδήλωσή τους. Με τον τρόπο αυτό δίνει έμφαση στον τόπο/περιβάλλον εκδήλωσης εγκλημάτων και όχι σε εκείνους που τα διαπράττουν. Κεντρικό αντικείμενο του ενδιαφέροντός της δεν αποτελεί επομένως το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης αλλά ένα πλήθος δημόσιων και ιδιωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων – όπως σχολεία, νοσοκομεία, μέσα μεταφοράς, μεμονωμένα καταστήματα και πολυκαταστήματα, επιχειρήσεις και τηλεφωνικές εταιρείες, τοπικά πάρκα, χώροι αναψυχής, πάμπς και χώροι παρκαρίσματος – των οποίων τα προιόντα, οι υπηρεσίες και οι εργασίες δημιουργούν ευκαιρίες για την τέλεση ενός μεγάλου αριθμού διαφορετικών εγκλημάτων»
Ειδικότερα η ακριβής οριοθέτηση της περιστασιακής πρόληψης των εγκλημάτων θα μπορούσαμε να πούμε πως εκδηλώνεται με τη λήψη μέτρων με τα οποία,
• θα μειωθούν οι ευκαιρίες, για την διάπραξη συγκεκριμένων αξιόποινων πράξεων,
• θα επιχειρείται ο σχεδιασμός, η διαχείριση και η διευθέτηση των χώρων/περιβάλλοντος στους οποίους έχει σημειωθεί έξαρση της εγκληματικότητας, με τρόπο συστηματικό και μόνιμο και
• το έγκλημα στους χώρους αυτούς θα καταστεί πιο δύσκολο και πιο επικίνδυνο και με μικρές πιθανότητες ατιμωρησίας για τον υποψήφιο δράστη, σύμφωνα και με τη δική του εκτίμηση.
Για την επίτευξη των παραπάνω, η περιστασιακή πρόληψη προτείνει δεκαέξι (16) τεχνικές. Με αυτές και όσον αφορά την σχέση του τόπο πιθανής δράσης με τον υποψήφιο δράστη θα επιδιωχθεί,
1. Η αύξηση της προσπάθειάς αυτού του τελευταίου για να επιτύχει το σκοπό του πράγμα που μπορεί να γίνει π.χ. με την τοποθέτηση συστημάτων συναγερμού σε κατοικίες ή σε χώρους εμπορικών συναλλαγών (δυσχέρανση στόχου),
2. Η αύξηση των κινδύνων καταγραφής του όπως π.χ. με την τοποθέτηση ηλεκτρονικών καμερών σε χώρους που έχει παρατηρηθεί η συχνή παρουσία του,
3. Η μείωση των κερδών που αναμένει από την παράνομη πράξη του, όπως π.χ. με την αφαίρεση του ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ψηφιακού ραδιοφώνου–DVD-R της αυτοκινήτου από τον ιδιοκτήτη του όταν δεν το κινεί και
4. Η δημιουργία σε αυτόν αισθημάτων ενοχής ή ντροπής εξ αιτίας και της ευρύτερης κοινωνικής του αποδοκιμασίας, για την πράξη του και την εν γένει συμπεριφορά του.
Έχοντας κατά νου τα παραπάνω και όσον αφορά την συμπεριφορά των hooligans, των γνωστών φανατικών οπαδών – ταραξιών των γηπέδων πρέπει να σημειώσουμε τα ακόλουθα:
Α.- Η συμπεριφορά αυτή την οποία προβλέπει και τιμωρεί ο ποινικός νόμος είναι μια μορφή εγκλήματος. Επομένως και σύμφωνα με την παραπάνω παρατήρηση του Durkheim, τόσο αυτή όσο και κάθε άλλη όμοιά της είναι αναμενόμενη αν όχι και φυσιολογική για κάθε κοινωνία και το μόνο που μπορεί να γίνει είναι ο ποσοτικός περιορισμός της και όχι η πλήρης εξαφάνισή της. Όσο και να μας δυσαρεστεί το συγκεκριμένο γεγονός, δηλ. η βία που εκδηλώνουν οι hooligans στους χώρους διεξαγωγής αθλητικών συναντήσεων, αυτή δεν μπορεί να εξαληφθεί εντελώς, μπορεί όμως κάτω από προϋποθέσεις να μειωθεί αισθητά. Πως θα γίνει όμως, αυτή η αισθητή μείωση; Θα πρέπει φυσικά να ασκηθεί η κατάλληλη αντεγκληματική πολιτική, την οποία στη προκειμένη περίπτωση θα την στηρίξουμε στις θέσεις της περιστασιακής πρόληψης.
Β.- Ειδικότερα αυτό που θα πρέπει να γίνει θα είναι να εντοπισθούν οι χώροι που συνήθως εκδηλώνεται η παραβατική αυτή συμπεριφορά, η ομάδα ατόμων (target group) που την εμφανίζει καθώς και ο συνήθης χρόνος καταγραφής της. Στη συνέχεια θα πρέπει να εγκαταστήσουμε σύστημα παρακολούθησης των χώρων αυτών και ελέγχου των εισερχομένων σε αυτούς. Επιδίωξή μας θα είναι η μείωση των ευκαιριών δράσης των μελών του target group και η αύξηση των δυνατοτήτων μας για τον καταγραφή τους. Γνωρίζοντας από πριν τα μέλη αυτά τις δυσμενείς για τα ίδια συνθήκες που επικρατούν στους συγκεκριμένους χώρους θα έχουν στη διάθεσή τους δύο λογικές επιλογές : είτε να μην εκδηλώσουν αντικοινωνική συμπεριφορά είτε να την εκδηλώσουν κάπου αλλού.
Γ.-Είναι γνωστό πως τα περιστατικά βίας της αθλητικής κοινωνίας εκδηλώνονται στους χώρους παρακολούθησης της διαξαγωγής ομαδικών αθλημάτων (ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλευ, πόλο κλπ.) δηλ. στις εξέδρες των γηπέδων αλλά και στους δρόμους που οδηγούν σε αυτά. Επομένως, και με βάση τα παραπάνω θα πρέπει να υπάρχουν ηλεκτρονικές κάμερες παρακολούθησης όλων των θεατών ενός αγώνα. Το target group όμως, που μας ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση - οι hooligans δηλ. –, μπορεί να οδηγηθεί να παρακολουθήσει έναν αγώνα από συγκεκριμένο τμήμα της εξέδρας. Αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα ρεαλιστικά ηλεκτρονική παρακολούθηση, αυστηρός έλεγχος των εισερχομένων και ονομαστικά εισιτήρια που θα αναφέρονται σε κατόχους συγκεκριμένων θέσεων είναι τα μέτρα που στα πλαίσια της πολιτικής αυτής θα πρέπει να λαμβάνονται μόνο για τους παραπάνω και όχι για το σύνολο των θεατών ενός αγώνα. Βεβαίως οι οπαδοί – μέλη των θυρών που θεωρούνται και οι πρώτοι υποψήφιοι για την τέλεση επεισοδίων θα μεταβαίνουν και θα αποχωρούν από το γήπεδο με την επιτήρηση των οργάνων της τάξης. Έτσι, μπορούμε να επιτύχουμε την εκτίμηση των υποψήφιων ταραξιών – εφόσον σκέπτονται με την κοινή λογική - ότι θα απαιτηθεί εκ μέρους τους μεγάλη προσπάθεια για να αποφύγουν την τιμωρία τους εφόσον θα καταγράφονται/παρακολουθούνται όταν “τα σπάνε” στο γήπεδο ή όταν πηγαίνουν ή φεύγουν από αυτό πράγμα που πιθανότατα θα τους αποτρέψει από την εκδήλωση της παραβατικής τους συμπεριφοράς. Βλέπουμε λοιπόν, πως με τον τρόπο αυτό πραγματώνονται οι τρεις (αύξηση προσπάθειας, καταγραφή και μείωση των κερδών του δράστη), από τις επιδιώξεις της περιστασιακής πρόληψης, στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω. Αν θέλουμε δε να μιλήσουμε για τα τεκταινόμενα στη χώρα μας θα δούμε πως για τα παραπάνω μέτρα υπάρχει ήδη σχετική νομοθετική πρόβλεψη που μάλιστα – καθ’ υπερβολή κατά τη γνώμη μας – αφορά το σύνολο των θεατών ενός αγώνα.
Δ.- Τι γίνεται όμως, με την τέταρτη επιδίωξη (….δημιουργία αισθημάτων ενοχής ή ντροπής…..) της περιστασιαής πρόληψης; Αυτή πιστεύουμε πως είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή αφορά την ηθική και πραγματική αποδοκιμασία του ταραξία από εκείνους για λογαριασμό των οποίων υποθέτει πως ενεργεί δηλ. τόσο από την επίσημη ομάδα του – διοίκηση, παίχτες, προπονητές κλπ – όσο και από το σύνολο των υπολοίπων οπαδών της που παρακολουθούν τον αγώνα. Πως θα επιτευχθεί όμως αυτή για να λειτουργήσει ολοκληρωμένα η περιστασιακή πρόληψη; Η αγγλική πρακτική πιστεύουμε πως δείχνει την οδό που θα πρέπει στην συγκεκριμένη περίπτωση να ακολουθήσουν και οι ελληνικές ΠΑΕ (αντιγράφουμε από τον δικτυακό τόπο www.kathemerapolitis.gr/hometemp/docs/biastagipeda.doc) :
”H Αγγλία έχει τους σκληρότερους νόμους στο θέμα της βίας, οι οποίοι εφαρμόζονται και με τη βοήθεια των ομάδων. Οι ομάδες είναι αυτές που δίνουν τις λίστες με τα ονόματα των ταραξιών στην αστυνομία, δημιουργώντας έτσι ένα φάκελο με τα ονόματα και τη “δράση” των ατόμων αυτών στα γήπεδα”.
Ρίχνοντας δε μια ματιά στην πρόσφατη ελληνική πραγματικότητα βλέπουμε πως σχετική πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση αυτή έχει αναληφθεί μόνο από ΠΑΕ ΑΕΚ, μέσω του προέδρου της κ. Ντ. Νικολαϊδη. Η πρωτοβουλία αυτή δεν μας έχει δοθεί η εντύπωση πως έχει τύχει της αποδοχής από καμμία άλλη ΠΑΕ, οι παράγοντες της οποίας διατείνονται ότι ένδιαφέρονται (;) για την πραγματική “εξάλειψη της βίας“ από τα ελληνικά γήπεδα, έστω και σε αυτά που διεξάγονται αγώνες της super league. Έτσι, όμως η περιστασιακή πρόληψη χάνει τον βασικότερο ίσως, πυλώνα της αυτόν δηλ. που θα αποθαρρύνει ψυχολογικά τους υποψήφιους δράστες και με τον τρόπο αυτό πιστεύουμε πως μειώνεται αρκετά η οποιαδήποτε αποτελεσματικότητά της. -

ΒΙ Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

Brantingham P., Brantingham P., (1995), “Criminality of place: crime generators and crime attractors”, European Journal on Criminal Policy and research, 3 (3), pp. 5 – 26.
Clarke R.V.G., (1997), Situational Crime Prevention : Successful Case Studies, 2nd ed., Albaany, N.Y., Harrow & Heston.
Durkheim E., (1978), Οι κανόνες της κοινωνιολογικής μεθόδου, μτφρ.- επιμ. Λ. Μουσούρου, Αθήνα, Gutenberg.
crimeprevention.rutgers.edu/topics/SCP%20theory/theory.htm : Situational Crime prevention theory.
Felson M., (2002), Crime and Everyday Life, 3rd ed., London, Sage, pp. 144 – 64.
Ζαχόπουλος Χρ., (2004), Ο πολιτισμός των γηπέδων, Θεσ/νίκη, Ιανός.
McLaughlin E., Muncie J., (2006), The SAGE Dictionary of Criminology, 2nd ed., London, Sage, pp. 383 – 5.
National Crime Prevention Council, (1995), 350 Tested Strategies To Prevent Crime – A Resource of Municipal Agencies and Community Groups, Washington C.C., NCPC.
Παναγιωτόπουλος Δ., (1989), Παραδόσεις Αθλητικού Δικαίου, Αθήνα – Κομοτηνή, Σάκκουλας.
Πανούσης Γ., (1990), Αντιλήψεις για τη βία στον αθλητισμό, Αθήνα – Κομοτηνή, Σάκκουλας.
Schmalleger F., (2004), Criminology Today, 3rd ed., N.J., Pearson – Prentice Hall, pp.120 – 4.
Τσουραμάνης Χρ., (1988), Η συμπεριφορά των hooligans, Σύγχρονα Νομικά Μελετήματα 12, Αθήνα – Κομοτηνή, Σάκκουλας.
Vinnai Ger., (1978), To ποδόσφαιρο ως ιδεολογία, μτφρ. Γ. Νταλιάνης, Αθήνα, Διεθνής Βιβλιοθήκη.
www.popcenter.org: Center for Problem – Oriented Policing.

http://www.theartofcrime.gr/index.php?pgtp=1&aid=1180633753